ΣΤΙΧΟΙ

Ένα ποίημα, της δεκαετίας του ’50 που ο Μανθούλης είχε χάσει και βρήκε τώρα τυχαία μέσω του διαδικτύου

poiima.jpg

Ένα ακόμη ποίημα της ίδιας περιόδου

ΣΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΟΙΗΤΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Ποιητή,
με ντουφέκισες τα μεσάνυχτα
Όρθιο στο στίχο σου
Έτοιμος να κλάψω.

Τα τελευταία μου λόγια,
Σύμφωνα με την παράδοση,
Ήσαν:
Ζήτω τα μελαψά πρόσωπα
Τ΄ ανάκατα μαλλιά
Τ’ αρρενωπά πουκάμισα
Ζήτω ο ένας

Οι πολλοί
Οι Λίγοι
Ζήτω τα μπρεντ
Οι σαρανταπεντάρες
Οι κάνες, το μέταλλο, οι σκανδάλες
Ζήτω τα χαρακώματα
Τα γένεια,
Τα παραμπέλουμ, τα φυσεκλίκια
Οι μαύρες μαντίλες,
Οι ηρωισμοί: θέματα συζητήσεων στου Λουμίδη.
Ποιητή
Τώρα
Με προετοιμάζεις
για μια καινούρια έκδοση της Ιστορίας
Για μια καινούρια Ιστορία,
Με το ίδιο χαρτί, ίδιο σχήμα, ίδια στοιχεία, ίδιο μελάνι,
ίδιο δέσιμο, ίδιο τίτλο.

Εγώ
Τώρα
Τι να κάνω ;
Ν’ αλλάξω πρόσωπο στο χειρουργείο ;
Ν’ αλλάξω ψυχή στο καφενείο ;
Άλλαξα κι’ εγώ μάρκα τσιγάρων
(με τύλιξαν οι ολοσέλιδες διαφημίσεις)
Αγόρασα γυαλιά ηλίου
Κι’ ερευνώ τις βιτρίνες
για ένα καλοκαιρινό πουκάμισο της προκοπής.

Με δυο γκαζόζες, πηγαίνω σινεμά τα βράδια
Και παίζω και τον εραστή
όταν μου λάχει πρώτος ρόλος
(Έτσι που μου αφήρεσαν ολάκερο το έργο,
έμεινα ένας άνεργος κομπάρσος
που διαβάζει τακτικά τα καλλιτεχνικά νέα
χωρίς κανένα ενδιαφέρον για τα συνέδρια ειρήνης).

Χωρίς ιστορία – που να πάρει ο διάολος

Χωρίς μια μπερέτα
Μια πολωνέζικη, ένα μυστικό τυπογραφείο.
Τώρα
Συλλέγω χαρτοκόπτες.

Πρόσφατα ποιήματα

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΤΡΕΛΟΣ

Είμαι τυχερός,
δεν έχω έϊντς,
δεν έχω καρκίνο
–φτου-
σπασμένο κόκαλο δεν έχω,
ανικανότητα μηδέν,
δεν είμαι τρελός,
τι άλλο θέλω;

Δεν έχω κλειστεί στη Βαστίλη,
ούτε με τον Μαρκήσιο ντε Σαντ
στο τρελάδικο της Σαραντόν,
ούτε καρατομήθηκα ποτέ,
ούτε με βίασε κανείς στο Αλκατράζ.
Την Ιερά Εξέταση
-ένας θεός ξέρει πώς-
τη γλίτωσα κι΄ αυτήν.
Τα ηλεκτροσόκ, κι΄ αυτά τα γλίτωσα,
δεν είμαι τρελός.
Τι άλλο θέλω επιτέλους:

Στις νοσοκόμες της Σαλπετριέρ
-που ταλαιπώρησαν την Καίτη-
έκανα μήνυση,
για όσες και όσους ταλαιπώρησαν.
Λουτρό τρόμου από κοντά δε γνώρισα,
ούτε είδα να πάλλεται μέσα μου
η χορδή του πόνου.
Ποτέ δε μου φορέσαν αλυσίδες στο λαιμό,
αλυσίδες στα πόδια,
ακάνθινο στεφάνι στο μυαλό,
ποτέ δε μ΄ανεβάσαν στον τροχό
ή με καθίσαν σε καρέκλα ηλεκτρική
και τα ηλεκτροσόκ ακόμα
τα γλίτωσα
-κι΄αυτά-
ούτε υπέστην άλλον γοτθικό βασανισμό
ή κάποια δόση κανενός ζουρλομανδύα.
Δεν έχω υποστεί κατάθλιψη
ούτε ψύχωση του Κρέπελιν
ούτε βλάβες του συναισθήματος
ούτε εκκεντρικό με βρήκαν,
άρα δεν είμαι τρελός.

Αλκοολικός, ναρκομανής,
εκφυλισμένος κάποιας μορφής
δεν ήμουν δεν υπήρξα.
Ούτε αλλαξοπίστησα.
Όχι πως δεν εδείλιασα
πως δε φοβήθηκα,
πως δεν εκρύφτηκα,
άρα τρελός δεν είμαι…

Κανένα δεν εσκότωσα,
φίλο δεν επρόδωσα,
καμιά δε χώρισα
όλες τις αγάπησα.
Κλεπτομανής, μονομανής,
δεν ήμουν δεν υπήρξα
κι’ από μελαγχολία,
ούτε κατά διάνοια.
Κανένα δεν εφθόνησα
ούτε που καταράστηκα
ούτε που έδειρα
-αν και πολλά τα κτήνη,
μονάχα τους με τον καιρό
στη θέση τους μπήκαν μπαίνουν και θα μπουν-
σχιζοφρενείς καλλιτέχνες είχα φίλους,
σχιζοφρενής καλλιτέχνης δεν ήμουν εγώ,
ρεαλιστής, υπερρεαλιστής
και λετριστής ακόμα ήμουνα ναι,
αλλά τρελός όχι ποτέ.

Υπνοβάτης δεν είμαι,
δεν υπνωτίζω ούτε υπνωτίζομαι,
επιδειξίας δεν ήμουν ποτέ,
ούτε παιδοπίππης ούτε βιαστής
ούτε νευρωτικός,
ούτε καν υστερικός,
ιστορικός ναι,
τρελός όχι.

Ο Φρόυντ με ακολουθεί καταπόδας
βεβαίως,
αλλά όχι δεν έχουμε συναντηθεί,
ούτε καν στα όνειρά μου
τα φροϋδικά.
Δεν παίρνω ηρεμιστικά,
δεν βλέπω φιλμ τρομαχτικά,
ενώπιον δε του
big bang
δεν λιποθυμώ,
απλώς,
ανησυχώ.
Ευτυχώς.
Άρα,
τρελός δεν είμαι.

«ΜΕ ΤΟ ΕΙΣΗΤΗΡΙΟ ΓΙΑ ΤΟ Β… ΣΤΟ ΧΕΡΙ»

Και τώρα που θα φύγω
και θα πάω στα ξένα
τι θα γίνει η χώρα,
το κράτος
κι΄ η παρέα ;
Τι θα γίνουν όλ΄αυτά
χωρίς εμένα;
Τώρα που θα πάρω
το πλοίο στον Περαία…;

 

ΟΝΕΙΡΟ

Ήταν δεν ήταν ώρα δύο τάχατες,
μεσάνυχτα και κάτι.
Τα
virus είχαν κοιμηθεί, αν δεν είχαν φύγει.
Στο μαξιλάρι ξεκουράζονταν οι όροι,
δίπλα στο
iBook G4, και στη γωνιά το Mac OS X
περίμενε με μισόκλειστα
τα fonts and tools.
Τα
gigagiga όπως πάντα.
Ανέπνεα κανονικά θαρρώ
και σίγουρα με πήρε ο ύπνος.
Όμως από το
modem βγαίναν USB
και τρέχαν στην οθόνη.
Τα δάχτυλά μου ένιωσα πλήκτρα να πατούν
και
SuperSuper Greek να γράφουν,
όμως
helvetica και times γέμιζε το παράθυρο.
Όχι, του λέω, τίποτ’ αυτό,
help φωνάζω και πατώ.
Save
μου λέει.
Γυρίζω απ’ το άλλο το πλευρό

και πατώ
save, τι να κάνω;
Times
; Times από δω και πέρα.
Άλλωστε είχε αδειάσει και η μπαταρία.
Ξαναγύρισα στο άλλο πλευρό.
Ή τουλάχιστο έτσι νομίζω.

 _____________________________________

 

 

Η ΜΕΘΗ ΤΟΥ ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗ

Άραξα και πίνω

Πίνω.

Πίνω από τα μάτια σου

Πίνω από τα χείλη σου

Πίνω από τα χέρια σου

Απ΄τα δάχτυλά σου πίνω.

Γέμισά τα πάλι τα μάτια

Γέμισέ τα πάλι τα χείλη

Με το κρασί που λάμπει

Στο βλέμμα σου που λάμπει

Και δώσε μου κουράγιο

Και δώσε μου να πιω

Και στάσου στο μουράγιο

Να σε δω

Και να σε πιω.

Πριν την άγκυρα σηκώσω

Πιωμένος να φύγω

Και μεθυσμένος.

Το παραπάνω ποίημα έχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Έχει για αφετηρία τον τίτλο ενός τραγουδιού (¨Πιες στη υγειά μου μόνο με τα μάτια σου¨) που παίζει στη σάλπιγγα ένας ήρωας του θεατρικού έργου του Σαρόγιαν «Η Καρδιά μου εκεί πάνω στα Ψηλά» το οποίο ανέβασα στο Θέατρο Αθηνών στην αρχή και μετά στις Γιορτές Λόγου και Τέχνης της Λευκάδας, το 1958! Δηλαδή πριν από 50 χρόνια ακριβώς. (Στη σκηνή, ο ήρωας αυτός, 90 χρονών, είναι ο σημερινός συγγραφέας Στράτης Χαβιαράς, τότε 18 χρονών. Στο έργο παίζουν επίσης ο Γιώργος Παπαστεφάνου, ένα αγόρι 10 χρονών. Και ο Μάνος Ελευθερίου, στον χορό των αγροτών. Όταν το έργο ανέβηκε στην Αμερική, το 1938 νομίζω, το ρόλο του Παπαστεφάνου έπαιζε ο 9χρονος Σίντνεϊ Λιούμετ). Επειδή ο ήρωας έλεγε πως ήταν Ελισαβετιανός ηθοποιός, ψάχνω στην Ελισαβετιανή εποχή και βρίσκω το τραγούδι. Ήταν του Μπεν Τζόνσον και τραγουδιόταν στις ταβέρνες. Ιδού το πρώτο τετράστιχο :

*

Song : to Celia

Drink to me only with your eyes, Πιες στη υγειά μου μόνο με τα μάτια σου

And I will pledge with mine, Κι΄εγώ θα κάνω όπως εσύ,

Or leave a kiss but in the cup Ή άσε μου καλύτερα στην κούπα ένα φιλί

And I will not look for wine. Κι΄εγώ θα παρατήσω το κρασί !

Όμως, όποιος φτάσει μέχρι τον Μπεν Τζόνσον θα ανακαλύψει επίσης ότι ο Μπεν Τζόνσον μόλις είχε διαβάσει, σε μια μετάφραση από τα λατινικά νομίζω, τις «Ερωτικές Επιστολές» του Φιλόστρατου και από δυο απ΄αυτές είχε δανειστεί ολόκληρο το τραγούδι του !

ΕΡΩΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ Υπ.αρ. 32

Εγώ πρώτος, επειδάν ίδω σε, διψώ καί ίσταμαι μή θέλων καί τό έκπωμα κατέχων. Καί τό μέν ο ποσάγω τοίς χείλεσι, σου δ΄ οίδα πίνων !

(Δυστυχώς το κλαβιέ του υπολογιστή μου δεν προφέρεται για την αχαία ορθογραφία…)

Σε μετάφραση :

«Μόλις σε πρωτοείδα, παρόλη μου τη δίψα, μένω σύξυλος. Κρατάω το ποτήρι και να πιω δε θέλω, στα χείλη μου δεν το πλησιάζω. Αλλά πίνω κι΄αυτό που πίνω είσαι συ ! »

Στην υπ.αρ. 33 «Επιστολή» λέει ο Φιλόστρατος : «Πιες στην υγειά μου μόνο με τα μάτια σου. Και μη σε παρακαλώ το χαραμίζεις το κρασί. Με νεράκι μόνο, πλησίασε την κούπα την κρυστάλλινη στα χείλη σου, γέμισέ την με φιλιά και πέρασέ της στους διψασμένους…».

Αυτά διάβασε ο Μπεν Τζόνσον (ίσως και στο πρωτότυπο) κι΄εγραψε το τραγούδι του, που έφτασε μέχρι τον Σαρόγιαν και μέχρι τον δικό μου «Καραβοκύρη»…

*

ΜΟΝΟΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΦΗ

Μόνος είσαι όταν γράφεις

μόνος όταν μόνος σου γελάς

μόνος όταν ξαναβάφεις

τα φυλλοκάρδια της καρδιάς

μόνος με τα κοκκινάδια

όταν στέρεψαν τα χάδια

στην παλέτα της μπογιάς.

Γέμισε χαρακώματα ο δρόμος

βήμα κανένα πια δε πλησιάζει

χύθηκε στα στρώματα ο τρόμος

το οδόστρωμα γέμισε χαλάζι.

Δεν ήρθε, δεν θά΄ ρθει, δεν αναστενάζει

δεν άφησε ίχνη από χιόνι στο περβάζι.

Μόνος είσαι όταν γράφεις

όταν χύνεις τα δάκρυα της σοδειάς

μόνος και στην παραλία της Ανάφης

ολόγυμνος, με τα ρούχα μόνο της φωτιάς. (Δεκαετία 1990)

*

ΤΟ ΠΑΛΤΟ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΕΙ

Το έγκλημα έγινε στο σταυροδρόμι.

Ο νεαρός δολοφόνος

έριξε το παλτό του

στη γυμνόστηθη Ατθίδα

και στην κάρφωσε στην άσφαλτο.

Άφησε πίσω του εσώρουχα

κατακόκκινα μάγουλα

μια μακριά αλυσίδα από γάμπες γυναικείες

και πρόσφορα

από το ναό

που λειτούργησε σε πλήρες σκότος. (Δεκαετία του 1990)

*

Aspetare e non venire è una cosa di morire *

I.

Βίαια τα όνειρα

κανένα φως στο δρόμο,

αφήστε μου τουλάχιστο

του δαυλού τη γεύση.

Έχω μάθει

τους μανδάλους σας

απέξω,

μα κλειδί

δεν έχω

για να παίξω,

ούτε κώδικα σοφό,

κάγκελα μόνο

και μια αλλαγή κάλτσες.

ΙΙ.

Το κορμί της πώς θα περάσει

από τα σύρματα

ακάνθινα όπως είναι και γαλάζια

και πώς από εικόνες

το εικόνισμα θ ΄ αδειάσει

για να την

υποδεχτεί ;


ΙΙΙ.

Όταν με χρίσουν τροβαδούρο

φωνάξτε τις τουλίπες

να χορέψουνε

με σηκωμένες

τις φούστες.

Μα μην ασπρίσουν το κελί

όταν με βγάλουν πια

απ΄αυτές τις τρύπες.

Κι΄ όταν ελεύθερο

με μεταφέρουν στα χωράφια μου,

θα σας δείξω

πού έχει παπαρούνες

και πού έχει μόνο σημαίες, (Δεκαετία 1990)

* Αυτή η επιγραφή βρέθηκε στον τοίχο ενός κελιού, μετά το τέλος του πολέμου,

σε φυλακή της Κρήτης που είχε και Ιταλούς κρατουμένους.

*

Το επόμενο ποίημα είναι πρόσφατο. Ιδού η ιστορία του : Γενάρης του 1945.

Δυο βδομάδες μετά την αποχώρηση του ΕΛΑΣ από την Αθήνα. Περπατάω στη Ζωοδόχου Πηγής, γωνία Διδότου, έξω από το καφενείο Πλάζα (έτσι το λέγανε τότε) κοντά στον Εξάντα, τον εκδότη μου σήμερα. Όντας διαφωτιστής της ΕΠΟΝ Εξαρχείων, η γειτονιά με ήξερε υποθέτω. Και το υποθέτω γιατί εκείνη τη μέρα, με πλησιάζει ξαφνικά ένας γκεσταποοειδής μπράβος, μου λέει «ακόμα κυκλοφορείς εσύ, ρε παλιοκομμουνιστή;» και τραβάει το πιστόλι του. Ήταν δυο-τρεις περαστικοί που πρόλαβαν και του σηκώσαν το μπράτσο ψηλά. Η σφαίρα έφυγε προς τον ουρανό. Ίσως να εκπυρσοκρότησε από το άρπαγμα του χεριού.

Πριν από 3 η 4 χρόνια, μια κοπέλα με βρίσκει στα Εξάρχεια και μου λέει «εγώ είμαι φαν της ποίησής σας» (ίσως την ήξερε από την Ανθολογία του Αποστολίδη). «Βγάζω ένα καινούριο περιοδικό και θα ήθελα ένα ποίημα σας». Δεν είχα στην Αθήνα ποιήματά μου, είπα να γράψω ένα. Πηγαίνοντας στον Εξάντα, θυμήθηκα την απόπειρα του 45. Θυμήθηκα τους δολοφονημένους, τους εκτελεσμένους,, τον Τάκη, τη Ματίνα, το Θανάση, τον συμμαθητή μου τον Δραμητινό. Που λείπουν μεν αλλά που είναι παρόντες, δε γίνεται αλλιώς. Και αυτό μ΄έκανε να σκεφτώ κάποιους στίχους του Έλιοτ, που μιλάνε για μια παρέα εξερευνητών του Ανταρκτικού, στην αρχή του 20ού αιώνα, που περπατάνε ώρες πολλές στις κάτασπρες παγωμένες πεδιάδες, μισο-κοιμισμένοι, μισο-ξύπνιοι, και μετριούνται κάθε τόσο για να δουν μην έπεσε κανένας κι΄έμεινε πίσω και δεν τον πήραν χαμπάρι, και ξαναμετριούνται και, κάθε φορά, βρίσκουν έναν παραπάνω !

Αυτό μ΄έφερε στις ατέλειωτες πορείες των Ανταρτών, του Εμφυλίου κυρίως, που όπως μου λέγαν (σε μαρτυρίες στην ταινία μου για τον Εμφύλιο) περπατούσαν και τους έπιανε ο ύπνος ενώ περπατούσαν. Όμως αυτοί συχνά άφηναν πίσω τους νεκρούς. Σπάνια έφταναν όσοι ξεκίνησαν. Ύστερα απ΄όλες αυτές τις σκέψεις, έγραψα αυτό το ποίημα. Το περιοδικό βγήκε. Με το ποίημα μου. Πριν από δύο χρόνια, ανακαλύπτω ότι, την Ημέρα της Ποίησης, το Ισπανικό Ινστιτούτο Θερβάντες έβγαλε 6 φυλλάδια με 6 ποιητές, 3 Ισπανούς και 3 Έλληνες και ο ένας απ΄αυτούς ήμουν εγώ, με αυτό το ποίημα !

Ο ΤΡΙΤΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΕΑΣ

Πήγαινε πάντα μπροστά

ένα βήμα

κραυγάζοντας λαλίστατος

τη σιωπή μας,

με το απολυτήριο της φυλακής

ανελέητα στο χέρι.

Και πίσω εμείς

με λουλακί πουκάμισα

σαν Ελλανόδικος Επιτροπή

που δεν διαλαλεί

των νικητών τις ήττες.

Από της Αραχώβης θαρρώ

τα ρείθρα

σηκώθηκεν η σφαίρα

που σφηνώθηκε

στον αθωράκιστο γιακά του.

Κι΄έπεσε κεραυνόπληκτος

από εμφύλιο βόλι

καθυστερημένο,

ο Τρίτος της Παρέας.

Προσθέτω μόνο πως είναι γραμμένο σε τρία μουσικά κλειδιά. Το Λάμδα, το Θήτα και το Φι. Μια (αόρατη) τεχνική του εσωτερικού ρυθμού στο στίχο που μου δίδαξαν οι αρχαίοι ποιητές και κυρίως η Σαπφώ και ο Αισχύλος. Με λέξεις που επαναλαμβάνουν ένα σύμφωνο και χαρίζουν μουσικότητα στο ποίημα.

Η (οδός) Αραχώβης αντικατέστησε τη Ζωοδόχου Πηγής γιατί είναι πιο ποιητική, γιατί η έννοια ζωοδόχος πηγή κινδύνευε να μας παγιδεέψει, γιατί είναι πολύ κοντά στον τόπο του εγκλήματος, γιατί έχω μείνει στη Αραχώβης (στην Μπλε Πολυκατοικία) και γιατί στην Αραχώβης έμενε ο φίλος μου ο Νίκος (Τερζάκης) συναγωνιστής μου από την Κατοχή, που έκανε πάνω από 10 χρόνια φυλακή.

Υπήρξε μια εποχή που ανεβοκατεβαίναμε την Ασκληπιού, ή την Αλεξάνδρας ή τη Ζωοδόχου Πηγής, οι δυό μας συζητώντας ασταμάτητα, ώρες πολλές, για ποίηση συνήθως. Ο Τρίτος της παρέας, δολοφονημένος, ανεβοκατέβαινε κι΄αυτός. Αθέατος. Σιωπηλός.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s