Ποιητής ξεκίνησες. Ποιητής θα γεράσεις.

Ιούλιος 2011, Εξάρχεια

(απόσπασμα από ρεπορτάζ του Κ. Μαρδά στο ΑΠΕ-ΜΠΕ)

Ρ. Μανθούλης: «Και στην Ελλάδα της επιλεκτικής χρεοκοπίας, η ποίηση έχει τη θέση της»

Τρίτη, 06 Σεπτεμβρίου, 2011

«Και στη σημερινή Ελλάδα της επιλεκτικής χρεοκοπίας, η ποίηση έχει τη θέση της. Γιατί είναι ο καθρέφτης να δουν όλοι οι υπεύθυνοι το πρόσωπό τους. Από την αρχαιότητα ως σήμερα, η ποίηση και η καθαυτό ποιητική τέχνη όπως είναι το θέατρο, δείχνει στους ανθρώπους της εξουσίας κατά πρόσωπο την αλήθεια. Γι΄αυτό, δεν έχω δηλώσεις για το ποιητικό μου βιβλίο. Όλα αυτά που γράφω, όλα αυτά που έκανα, στο σινεμά και στο θέατρο, είναι δηλώσεις. Και ποίηση. Είναι κατάθεση αρμονίας η δυσαρμονίας ζωής».

Αυτή την «αντιδήλωση» προς το ΑΠΕ-ΜΠΕ, έκανε ο σκηνοθέτης Ροβήρος Μανθούλης που ετοιμάζεται να παρουσιάσει το βιβλίο του «37 ποιήματα», από τις εκδόσεις Εξάντας, στο καφέ του βιβλιοπωλείο Ιανός, την Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου.

Μετά από 60 χρόνια προσφοράς στην τέχνη εκδίδει τα ποιήματά του, δίνοντας στον αναγνώστη ένα εκτεταμένο εισαγωγικό σημείωμα για τα μετεμφυλιακά χρόνια της Αθήνας, όταν η παρέα του- κυνηγημένοι αριστεροί- συνέχιζαν τον αγώνα όχι με τα όπλα, αλλά με το όπλο της ποίησης. Τότε που «όλα τα ποιήματά μας μιλούσαν για το θάνατο-ίσως γιατί εμείς είχαμε γλυτώσει».

Αφηγείται τη ζωή των φίλων του στο πατάρι του Λουμίδη, στη Βουκουρεστίου, όπου έγραφαν, συζητούσαν, πείραζε ο ένας τον άλλον. «Ποτέ στο Μπραζίλιαν της ?όρθιας διανόησης, γιατί εμείς χωρίς καθίσματα πως θα αντέχαμε ένα δωδεκάωρο όρθιοι;».

Μάλιστα, θυμάται μια νύχτα που ο καταστηματάρχης τους ξέχασε στο πατάρι, έκλεισε το μαγαζί και χρειάστηκε να τηλεφωνήσουν στην Πυροσβεστική για να τους βγάλουν από το παράθυρο της στοάς Νικολούδη.

Δεκαοχτάχρονος ήταν όταν μπήκε στο? » Λουμίδειο Ιερατείο» με Νίκο Γκάτσο, Μάνο Χατζιδάκη, Μιχάλη Κασταρό, Δημήτρη Χριστοδούλου και άλλους μεγάλους.

Επηρεασμένοι από τον Υπαρξισμό, τον Φουτουρισμό, τον Ντανταϊσμό και άλλα τέτοια ανατρεπτικά που ερχόταν από τη Ευρώπη «τα? σφαγιάζαμε και τα προσαρμόζαμε στα δικά μας καλλιτεχνικά βίτσια».

Σε αστικό ύφος η γραφή- του άστεως το λέει ο ίδιος- νεανικό, ασυμβίβαστο, σαν να φώναζαν ανακοινώσεις του ΕΑΜ από το χωνί στον λόφο του Στρέφη. «Ας μας συγχωρέσουν λοιπόν οι επόμενες γενιές που τις ξεκουφάναμε», καταλήγει σαρκαστικά.

Από τη βεντάλια των ποιημάτων μισού και παραπάνω αιώνα αναδύεται ένας φιλοσοφημένος φλεγματικός τόνος που θυμίζει Έλιοτ: «Είμαι ένα μεταπολεμικό αγόρι τυλιγμένο μέσα σε συναλλαγματικές. Που έληξαν το ίδιο βράδυ. Που άλλαξε χρώμα το μάρμαρο .Και μας πήραν τη γεύση της ιστορίας . Ανάμεσα απ ΄τα χείλη μας». (1949).

Και ένα σημερινό: «Ποιητής δίψασες. Ποιητής θα ξεδιψάσεις. Ποιητής ξεκίνησες. Ποιητής θα γεράσεις». (Παρίσι 2009).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s