17 Νοέμβρη από δω, 17 Νοέμβρη από κει

73Αναδημοσίευση από την Έντυπη Έκδοση της  Ελευθεροτυπίας, Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014 και τη στήλη Ο κόσμος κατ’ εμέ – του ΡΟΒΗΡΟΥ ΜΑΝΘΟΘΥΛΗ

17 Νοέμβρη. Με την ημερομηνία αυτή έχω συνδεθεί με δύο διαφορετικούς τρόπους, όμως σημαδιακούς και άκρως δραματικούς όσο δεν παίρνει. Δεν την έζησα στο Πολυτεχνείο διότι δεν ήμουν στην Ελλάδα. Ημουν στην εξορία, χωρίς διαβατήριο, με μία γαλλική ταυτότητα απάτριδος που έλεγε «ισχύει για όλες τις χώρες πλην της Ελλάδος»!

Και τη μόνη φορά που έτυχα σε επέτειο της 17 Νοέμβρη, δεν παρέλασα γιατί εκείνο το απόγευμα το πέρασα προσπαθώντας να πείσω την κυβέρνηση να μην αιματοκυλήσει την πορεία. Αξίζει να τους περιγράψω αμφότερους.

17 Νοέμβρη, 1973, βράδυ. Εχουμε μαζευτεί στο σαλονάκι του Γιώργου και της Αλκης Σεβαστίκογλου που μένουν στο διπλανό διαμέρισμα. Στο Παρίσι. Μαζί μας, ο Μάριος Πλωρίτης, η Μελίνα και ο Ντασσέν. Συχνά μαζευόμασταν εκείνες τις μέρες γιατί πηγαίναμε εν σώματι να δούμε πώς εξελισσόταν η κατάσταση της Μαρίκας. Της γυναίκας του Μάριου που είχε υποστεί εγχείρηση στον εγκέφαλο και ήταν σε κώμα. Το νοσοκομείο ήταν εκεί κοντά και πηγαίναμε κάθε μέρα, τουλάχιστο δέκα άτομα κάθε φορά, ελληνική συνήθεια, οι Γάλλοι γιατροί και νοσοκόμοι είχαν απορήσει. Συνήθως βλέπουν έναν συγγενή και συχνότερα κανένα.

Γνωρίζουμε τι γίνεται στο Πολυτεχνείο, είμαστε ταυτόχρονα χαρούμενοι και ανήσυχοι. Έχουμε συνέχεια τηλεφωνική επαφή με την Αθήνα. Σε κάποια στιγμή χτυπάει το τηλέφωνο και είναι ο Τάκης Χορν που θέλει μάθει νέα για την κατάσταση της Μαρίκας. Η λέξη «κώμα» πάει κι έρχεται και σε λίγο κόβεται η συνδιάλεξη. Ο ασφαλίτης που ήταν υπεύθυνος για τη λογοκρισία των τηλεφωνημάτων στον ΟΤΕ άκουγε «κώμα» και νόμιζε «κόμμα». «Βγήκε από το κόμμα;», «Πότε λένε να βγει από το κόμμα;».

Τα σοβαρά άρχισαν λίγο αργότερα. Ο λογοκριτής φαίνεται είχε πάρει το όπλο του και πήγε να κυνηγήσει φοιτητές, γιατί τα τηλεφωνήματα δεν τα έκοβε πια κανείς. Κατ’ αρχάς, δεν ξέρω ποιος από τους εν Αθήνησι ανέλαβε να οργανώσει την επικοινωνία με μας τους εν Παρισίους, αλλά λειτούργησε άψογα, στρατηγικώς τε και τηλεφωνικώς.
Οταν άρχισε ο χορός των χουντικών τανκς, φίλοι ήταν τοποθετημένοι σε περίπτερα με τηλέφωνο κατά μήκος των βασικών οδικών αξόνων που οδηγούν στο Πολυτεχνείο. Και ιδιαίτερα στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, γιατί ήταν φυσικότερο πως από κει θα ροβολούσαν τα δολοφονικά αυτά άρματα με κατεύθυνση την Πατησίων.

Με τα τηλεφωνήματα από τα περίπτερα παρακολουθούσαμε στο Παρίσι νοερά τη διαδρομή των αρμάτων. Οι συνδιαλέξεις σταμάτησαν λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Είχαμε ίσως καλύτερη κάλυψη από πολλούς στην Ελλάδα.

17 Νοέμβρη 1976. Η δεύτερη εμπειρία συμπίπτει με τη θέση μου του γενικού διευθυντή Προγράμματος στην ΕΡΤ. Την ημέρα εκείνη είχε ένα ύψιστο διεθνές ποδοσφαιρικό ματς στο Λονδίνο. Δεν θυμάμαι με ποιες ομάδες. Όταν το πληροφορήθηκα, δυο μήνες νωρίτερα, διέγραψα το ματς από το πρόγραμμα. Θα ήταν ανέντιμο, προκλητικό και, σε τελευταία ανάλυση, χουντικό να έχουμε ένα δημοφιλές ματς την ώρα της πορείας.
Όμως, ξαφνικά, μπαίνει στο γραφείο μου έξαλλος ο διευθυντής του Α’ προγράμματος του Ραδιοφώνου (ο Μάνος είναι προς το παρόν απολυμένος) και με πληροφορεί ότι οι ειδήσεις του ραδιοφώνου πήραν εντολή να ανακοινώσουν την… τηλεοπτική μετάδοση του ματς! «Κάντε κάτι!» μου λέει. Σημειωτέον ότι ο πολιτικός Γ.Δ. είχε την ευθύνη των δελτίων ειδήσεων. Αποκλειστικά. Όχι όμως και των αθλητικών εκπομπών της τηλεόρασης! Τρέχω στο γραφείο του, έξαλλος με τη σειρά μου. «Πήρα εντολή από τον υπουργό», μου αναγγέλλει. Παίρνω τον υπουργό. Άφαντος ο υπουργός. Συνέχεια άφαντος. Δεν μπορώ να πάρω τον πρωθυπουργό, ο Καραμανλής είναι σε επίσημη επίσκεψη στη Βιέννη. Τι να κάνω, παίρνω τον αδερφό του. Τον Αχιλλέα. Υφυπουργό Αθλητισμού, ότι πρέπει. Δεν μου τον δίνουν. «Είναι σε σύσκεψη». Παίρνω τη φίλη μου Στάντη, την σοβαρότερη γραμματέα των Καραμανλήδων και της λέω να με πάρει γιατί κινδυνεύει ο αδελφός του. Ο οποίος λείπει και δεν έχει ιδέα για όσα γίνονται εδώ. Ο Αχιλλέας με πήρε. Ο αδελφός σας κινδυνεύει, του λέω, γιατί κινδυνεύετε εσείς. Θα γίνει τεράστιος σάλος, γιατί πρόκειται για ποδοσφαιρικό αγώνα και θα την πληρώσετε εσείς ως υπεύθυνος για τον αθλητισμό.
Ο Αχιλλέας ανησύχησε και υποσχέθηκε να επέμβει. Υστερα από μια ώρα με πήρε να μου πει πως δεν γίνεται τίποτα. Η ηγεσία του Στρατού (διάβαζε ΚΥΠ) θεωρεί ότι στην πορεία θα συμμετάσχει ένα εκατομμύριο αριστερών οι οποίοι θα ορμήσουν στη συνέχεια να καταλάβουν την εξουσία. Θα έχουμε εκατοντάδες νεκρούς. Ο μόνος τρόπος είναι τους κρατήσουμε στα σπίτια τους με το ματς!

Μα το ματς, Αχιλλέα μου, δεν θα το δει κανείς! Ιδιαίτερα, τώρα που μαθαίνουν ότι βάλαμε ματς, θα ξεπεράσουν το εκατομμύριο! Και θα έχει πολιτικό κόστος για τον αδελφό σου και δεν θα το δει κανείς το σιχαμένο το ματς και θα το πληρώσουμε ένα κάρο λεφτά τζάμπα και βερεσέ! «Λυπάμαι» μου λέει. Προφανώς, δεν είχε καμιά δύναμη. Και ντρεπόταν να πάρει τον αδελφό του στο τηλέφωνο. Το μόνο που μου έμεινε ήταν να στείλω την παραίτησή μου στον υπουργό. Ο οποίος επί τρεις μέρες είχε εξαφανιστεί.
Στο μεταξύ, ο Τύπος κατακεραύνωνε την «ανόητη και χυδαία» κυβέρνηση. Όταν ο υπουργός μου εμφανίστηκε, μου δήλωσε ότι είχα δίκιο, ότι ο Καραμανλής τους μάλωσε όλους και ότι η παραίτηση δεν έγινε δεκτή από τον πρωθυπουργό. Το ίδιο βράδυ, η κυρία Νίκη Γουλανδρή, μέλος του Δ.Σ. της ΕΡΤ, ήρθε να μου ανακοινώσει την απόφαση του πρωθυπουργού. Τον προβιβασμό μου σε γενικό διευθυντή! (Τον οποίον αρνήθηκα και σε δύο μήνες παραιτήθηκα για τα καλά).

Όσο για την πορεία, πράγματι πήραν μέρος σχεδόν ένα εκατομμύριο διαδηλωτές…

Advertisements

Η 28η Οκτωβρίου και τα δύο ΟΧΙ

(Έντυπη Έκδοση Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014 στη στήλη O KOSMOS KAT’ EME)

Θυμάμαι καλά τον εαυτό μου από τις σειρήνες της 28ης Οκτωβρίου και ύστερα. 28η Οκτωβρίου! Η ημέρα του ΟΧΙ. Ποιος, επιτέλους, το είπε αυτό το ΟΧΙ; Ο Μεταξάς ή ο λαός; Δηλαδή, εγώ; Λίγο δύσκολο βέβαια ένας φασίστας να πει ΟΧΙ σ’ έναν άλλον φασίστα, που ήταν ο Μουσολίνι. Αλλά είχε άλλη διέξοδο ο άνθρωπος; Αν είχε πει ΝΑΙ, θα είχε σβηστεί από την Ιστορία.

Ο Λερντ Αρτσερ (Laird Archer), του Near East Foundation με έδρα την Αθήνα, που μοιάζει πολύ καλά πληροφορημένος, περιγράφει τη νύχτα του «Οχι» στο Ημερολόγιό του:

«Ο Γκράτσι παίζει μπριτζ σε «κομψό» ελληνικό σπίτι στην Κηφισιά. Στις 9 μ.μ. πηγαίνει στην πρεσβεία, ετοιμάζει το τελεσίγραφο στα γαλλικά, επιστρέφει στο μπριτζ μέχρι τις μεταμεσονύχτιες ώρες και στις 3 π.μ. χτυπάει την πόρτα του Μεταξά, στην Κηφισιά. Η υπηρεσία νόμισε πως άκουσε «πρέσβης της Γαλλίας». Ενοχλημένος που τον ξύπνησε ο Γάλλος, ο Μεταξάς ντύνεται, κατεβαίνει στο σαλόνι και βλέπει τον Ιταλό. Είναι 3 και 20.

– Λοιπόν, κύριε πρέσβη, έχεις να μου πεις τόσο σοβαρά πράγματα που δεν μπορούν να περιμένουν το τίμιο φως της ημέρας;

Ο Γκράτσι τού ενεχείρησε το τελεσίγραφο. Που κατηγορούσε την Ελλάδα ότι ενίσχυε τους Βρετανούς και τρομοκρατούσε την Αλβανική μειονότητα. Απαιτούσε δε σαν εγγύηση για την ουδετερότητά της το δικαίωμα να καταλάβει ορισμένα στρατηγικά σημεία της ελληνικής επικράτειας. Η αντίσταση θα συντριβόταν διά των όπλων.

– Ποια είναι αυτά τα σημεία προς κατάληψιν; ρώτησε ο Μεταξάς.

Ο Γκράτσι είπε πως δεν γνώριζε.

– Τι ώρα θα άρχιζε η επίθεση; ρώτησε πάλι ο Μεταξάς.

Στις 6, είπε ο Γκράτσι.

– Κύριε, είπε ο Μεταξάς, αν σε δυόμισι ώρες δεν μπορώ να παραδώσω το σπίτι μου σε άλλον νοικάρη, πώς μπορώ να παραδώσω τη χώρα μου; Δεν μπορώ να σας δώσω επίσημη απάντηση αν δεν επισκεφθώ τον βασιλέα, αλλά μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι η απάντηση θα είναι αρνητική».

Ο Μεταξάς μπορεί να θαύμαζε τον Μουσολίνι (και ο Πλαστήρας και ο Βενιζέλος…) την εποχή που δεν είχε ακόμα εμφανιστεί ο Χίτλερ, αλλά δεν εκτιμούσε τους Ιταλούς. (Οπως ο Τσόρτσιλ κι όπως ο Χίτλερ). Το ΟΧΙ το είπε στην Ιταλία. Η οποία από πολύ παλιά ασκούσε πολιτική επιστροφής στον ρωμαϊκό ιμπεριαλισμό. Πολύ πριν από την εμφάνιση του Μουσολίνι στην ευρωπαϊκή σκηνή -το 1912- η Ιταλία απέσπασε τα Δωδεκάνησα από τους Τούρκους και τα κράτησε για τον εαυτό της. Την ίδια πολιτική θα ακολουθήσει και ο Μουσολίνι όταν θα του επιτραπεί να σκαρφαλώσει στην εξουσία το 1922. Τον επόμενο χρόνο κιόλας κατέλαβε την Κέρκυρα! Προσωρινά ευτυχώς. Σε ανταγωνισμό με την Προώθηση προς Ανατολάς του Χίτλερ, ο Μουσολίνι κατέλαβε την Αλβανία το 1939, και υπολόγισε σ’ έναν «περίπατο» στην Ελλάδα, που εκτός από «ζωτικός του χώρος» ήταν εξάλλου και φασιστικό του τέκνο! Ο στρατηγός σερ Χ. Μ. Ουίλσον θα γράψει αργότερα στο βιβλίο του: «Η θέση μας στην Ελλάδα ήταν πραγματικά παράδοξη: αγωνιζόμαστε εναντίον του ολοκληρωτισμού ενισχύοντας μια φασιστική κυβέρνηση εναντίον μιας άλλης».

Τους Γερμανούς ναι, αυτούς τους εκτιμούσε ο Μεταξάς. Ισως περισσότερο κι από τον Χίτλερ τον ίδιο. Είχε κάνει τις στρατιωτικές σπουδές του στη Γερμανία και ήταν αρκετά επηρεασμένος από τον πρωσικό μιλιταρισμό. Οσο για τον Χίτλερ, έδειχνε αδυναμία στους Ελληνες. Τους αρχαίους κατ’ αρχάς. Ηταν η Αρία φυλή. Και η Σπάρτη «το πρώτο ναζιστικό κράτος». Από τους νεότερους, είχε αδυναμία στον Μεταξά, τον οποίο είχε ανάγκη. Και το έδειχνε λέγοντας στους Ελληνες διπλωμάτες:

– Οταν πάρω σύνταξη, θα έρθω να ζήσω στην Ελλάδα!

Λέγεται ότι έγινε έξω φρενών με την ιταλική επίθεση στην Ελλάδα. Γιατί ενεθάρρυνε τον Τσόρτσιλ να πατήσει πόδι στα ελληνικά αεροδρόμια και να απειλήσει τις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας. Είχε συνάψει συμφωνία με τον Μεταξά για την ουδετερότητα της Ελλάδας. Η 28η Οκτωβρίου τού χάλασε τα σχέδια. Ο Τσόρτσιλ ζητούσε τώρα επιμόνως να στείλει δυνάμεις «να εμποδίσουν γερμανική εισβολή». Ο βασιλιάς Γεώργιος δεν έφερνε αντίρρηση. Ο Μεταξάς αρνήθηκε. Ηταν το δεύτερο ΟΧΙ. Και σε λίγο πέθανε. (Ισως «βγήκε από τη μέση»).

Το ότι «βγήκε από τη μέση» το υπονοούν πολλοί ιστορικοί. Θ’ αναφέρω εδώ τις τέσσερις διαφορετικές εκδοχές για τον ξαφνικό θάνατο του Μεταξά – πριν ξεμπαρκάρουν στον Πειραιά οι Νεοζηλανδοί του Τσόρτσιλ: ο γιατρός του Μεταξά, Νικόλαος Λοράνδος, δήλωσε «οξεία αμυγδαλίτιδα». Ο Αγγλος ιστορικός Αντόνι Μπίβορ αναφέρει «καρκίνο του λάρυγγος» στο βιβλίο του «Η Μάχη της Κρήτης». Ο γαμπρός του Μεταξά είπε στον Λερντ Αρτσερ ότι «πέθανε από συνδυασμό διαβήτη, εντερικών (μόλυνση νεφρών) και γρίπης, που οδήγησαν σε καρδιακή προσβολή». «Μετά από εγχείρηση αμυγδαλών» σημείωσε στη αναφορά του στην ΜΙ6 ο Στάνλεϊ Κάσον (Stanley Casson), αξιωματικός Πληροφοριών, με κώδικα 27, της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής στην Αθήνα. Αυτά που μαθαίνουμε από τα «Απομνημονεύματα» του Τσόρτσιλ είναι ακόμα πιο διαφωτιστικά:

Στις 8 Ιανουαρίου του 1941, στο Λονδίνο, το Πολεμικό Συμβούλιο αποφασίζει «να χορηγήσει πάση θυσία και χωρίς καθυστέρηση, υποστήριξη στην Ελλάδα» (η οποία την έχει ήδη αρνηθεί!).

Στις 10 Ιανουαρίου ο Τσόρτσιλ στέλνει ένα μυστηριώδες τηλεγράφημα στον στρατηγό Γουέιβελ, αρχιστράτηγο των Δυνάμεων της Μέσης Ανατολής: «Εντέλλομαι ταχεία εκτέλεση των αποφάσεών μας, των οποίων αναλαμβάνουμε την πλήρη ευθύνη». Οι αποφάσεις στο δημοσιευμένο τηλεγράφημα έχουν αντικατασταθεί από αποσιωπητικά…

Στις 29 Ιανουαρίου, ο Μεταξάς πεθαίνει. Οι Αγγλοι αποβιβάζονται στην Ελλάδα και οι Γερμανοί εισβάλλουν. Ενας έγκριτος ιστοριογράφος, ο Αμερικανός Ουίλιαμ Σάιρερ (William Shirer) στο βιβλίο του «Η άνοδος και η πτώση του Τρίτου Ράιχ» υποπτεύεται ότι ο Τσόρτσιλ πίστευε σε μια γενικευμένη ανάφλεξη στα Βαλκάνια, που θα ανάγκαζε τους Ρώσους να βγουν στον πόλεμο για να συγκρατήσουν την εδαφική λαιμαργία του Χίτλερ.

Αυτό που εγώ παρατήρησα είναι ότι στα «Απομνημονεύματά» του, στα οποία αφιερώνει εκατοντάδες σελίδες στα αφορούντα την Ελλάδα γεγονότα, ο Τσόρτσιλ δεν αναφέρει πουθενά το όνομα του Ιωάννη Μεταξά! Ενώ δεν λείπουν εκτενείς και επανειλημμένες αναφορές σε κάθε όνομα με το οποίο είχαν έρθει σε επαφή οι επίδοξοι σύμμαχοί μας, οι Αγγλοι. Μόνο στη φράση «αυτοκτόνησε ο Κορυζής, που αντικατέστησε τον Μεταξά» ακούστηκε το όνομα. Σαν να ήταν ο τελευταίος τροχός της αμάξης. Ποιος ήταν ο Μεταξάς και ποιος ο πρωθυπουργός που είπε το ΟΧΙ δεν θα το μάθει ποτέ ο ανύποπτος αναγνώστης των Πολεμικών αυτών Απομνημονευμάτων! Η μόνη δυνατή εικασία είναι ότι οι τύψεις και μόνο εμπόδισαν τον συγγραφέα τους να αναφέρει το όνομα του Μεταξά.

Δεν ξέρω αν στενοχωρήθηκε ο Χίτλερ που έχασε την ευκαιρία να ζήσει συνταξιούχος στην Ελλάδα, που του πήρε τη θέση ο Τσόρτσιλ στο γιοτ του Ωνάση και που στερήθηκε σήμερα μερικούς ναζιστικούς χαιρετισμούς από γνήσια πνευματικά του τέκνα.

Κινηματογραφικά αποτυπώματα

(Δημοσιεύτηκε στη στήλη του Ροβήρου Μανθούλη «Ο κόσμος κατ’ εμέ» στην Έντυπη Έκδοση της Ελευθεροτυπίας, Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014)

Ο κινηματογράφος είναι Ιστορία; Σπάνια θα δείτε ανιστόρητο κινηματογράφο (κινηματογράφο μη προπαγανδιστικό, εννοείται). Ο υπόλοιπος κινηματογράφος, όσο υποκειμενικός και αν είναι, παραμένει αντικειμενικός στην πρόθεση. Οπως όλες οι τέχνες.

Mystikos deipnos

Ο Μυστικός Δείπνος του Ντα Βίντσι

Συνέχεια

Καλημέρα, Κούβα!

Ο Ροβήρος Μανθούλης από την Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014 ξεκίνησε τη συνεργασία του με την εφημερίδα «Ελευθεροτυπία». Στη στήλη του, που έχει τίτλο «Ο κόσμος κατ’ εμέ» θα παρουσιάζει στιγμιότυπα από μια ζωή γεμάτη εντυπωσιακές εικόνες! Το παρακάτω κείμενο, για την Κούβα του Κάστρο, είναι το πρώτο της σειράς.

Καλημέρα, Κούβα!

Ο Πιερ Ρισάρ δεν είναι παραγωγός, δεν είναι σκηνοθέτης, δεν είναι καθόλου κομματικός. Ηθοποιός είναι και μάλιστα κωμικός, διάσημος και καλός. Ο άνθρωπος αυτός ένα όνειρο είχε στη ζωή του, μια ηθική υποχρέωση: να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ για τον Τσε Γκεβάρα.

  Ηταν ο Αγιός του, ο Χριστός του, ο θεός του. Θεώρησε πως του χρωστούσε ένα μεγάλο κερί. Το κερί ήταν ένα αφιέρωμα. Κατάφερε να πάει κάποτε στην Κούβα και να πάρει αρχεία και συνεντεύξεις. Από τους επιζώντες. Και ο πρώτος από τους επιζώντες είναι φυσικά ο Αλμπέρτο. Ο Αλμπέρτο Γρανάδο. Ο σύντροφος του Τσε στο περίφημο ταξίδι που κάνανε διασχίζοντας τη Νότιο Αμερική με μια μοτοσικλέτα, από το Μπουένος Αϊρες μέχρι το Καράκας της Βενεζουέλας. Παρένθεση: Την ίδια περίπου εποχή πήγα κι εγώ να κάνω ένα φιλμ για την Κούβα. Ζήτησα άδειες από την πρεσβεία της Κούβας. Πολιτιστικός Ακόλουθος είχα την τύχη να είναι ο μέγας συγγραφέας Αλέχο Καρπαντιέρ. Περνούσε καιρός και μου λέει ο Καρπαντιέρ: «Πήγαινε, δεν χρειάζεσαι βίζα, τις άδειες θα τις πάρεις πιο εύκολα επί τόπου». Και πήγα. Αν δεν είχα ένα φίλο Γάλλο στην Αβάνα, τον Ζακ, δεν θα είχα κάνει την ταινία. Κλείνει η παρένθεση. Δεν ξέρω πώς τα κατάφερε ο Πιερ Ρισάρ κι έκανε την ταινία. Γιατί ο Ρισάρ, όσοι έχουν δει τις ταινίες του, παίζει πάντα ρόλους γκαφατζή. Τους παίζει καλά, γιατί γκαφατζής είναι ο ίδιος. Γύρισε την ταινία, επέστρεψε στο Παρίσι και κανείς δεν την είδε ποτέ. Θα ξέχασε να τη δώσει για προβολή. Ξαφνικά, του ζήτησαν την ταινία και είδε ότι είχε ξεχάσει να βάλει τα πλάνα του Γρανάδο! Ψάχνει να τα βρει, ξέχασε πού τα έχει βάλει. Φωνάζει τον Γρανάδο στο Παρίσι και ξεχνάει να του κλείσει ξενοδοχείο! Με παίρνει στο τηλέφωνο ο φίλος μου ο Ζακ από την Αβάνα: «Μπορείς να φιλοξενήσεις τον Γρανάδο;». «Μπορώ», του λέω. Καθόμαστε ένα βράδυ στην κουζίνα με τον Αλμπέρτο, μπροστά σε μια ελληνικότατη φασολάδα και η κουβέντα έρχεται στον Φιντέλ. Για το πόσο φυλάγεται κι αυτός κι όλες οι ακτές της Κούβας, απ’ όπου μπαίνουν συνέχεια πράκτορες με μπουκαλάκια δηλητήριο. Για να φιλέψουν τον Κάστρο. «Τι τις φυλάνε τις ακτές;», του λέω, αφού μπαίνεις από το αεροδρόμιο χωρίς διαβατήριο και δεν σε ψάχνει κανείς!… «Αδύνατον!», μου λέει. Και του αφηγούμαι την απόδειξη:

«Φτάνω που λες, Αλμπέρτο, ένα πρωί στην Αβάνα, μόλις ξημέρωνε και κατευθύνομαι στον έλεγχο διαβατηρίων. Περνάω από ένα γκισέ, ένα δεύτερο, ένα τρίτο, ψυχή! Θα είναι όλοι μαζεμένοι στο τελωνείο, σκέφτηκα. Περνάω κι από κει με το διαβατήριο στο χέρι, δείχνω τη βαλίτσα, δεν με σταματάει κανείς, προχωρώ, βρίσκομαι στο δρόμο! Μπροστά στα ταξί. Μπαίνω σ’ ένα ταξί και λέω, σε άψογα ισπανικά: «Χοτέλ Νασιονάλ»! Αλλά, ξαφνικά, σκέφτηκα ότι κάτι δεν πάει καλά. Θα δούνε το διαβατήριο στο ξενοδοχείο, πώς θα δικαιολογήσω την έλλειψη σφραγίδας εισόδου; «Στοπ!», φωνάζω στον ταξιτζή. Κατεβαίνω και ξαναμπαίνω με τη βαλίτσα στο αεροδρόμιο. «Πάλι κανείς δε με σταμάτησε, Αλμπέρτο!». Πηγαίνω πίσω στον έλεγχο διαβατηρίων. Σκύβω και βλέπω τον αστυνομικό να λαγοκοιμάται. «Μπουένος ντίας, Κούμπα!», του φωνάζω. Και με τα δάχτυλα μαζεμένα, του κάνω τη χειρονομία-«σφραγίδα!». Ελπίζω να μην το πέρασε για τίποτα άλλο…».

Ο Αλμπέρτο κουνούσε το κεφάλι του. «Κάποια μέρα θα τον σκοτώσουν…», είπε μόνο.