Για το Πολυτεχνείο του ’73

Ανταπόκριση του ΑΠΕ-ΜΠΕ από το Παρίσι

Ο Ροβήρος Μανθούλης και ο Γιάννης Μαυροειδάκος μιλάνε από τη Γαλλία για το Πολυτεχνείο

Τον Νοέμβρη του ΄73 και τα επεισόδια του Πολυτεχνείου, ο Ροβήρος Μανθούλης τα έζησε το Παρίσι από το διαμέρισμά του κοντά στο μπουλεβάρτο Αυγούστου Μπλάνκι όπου και μας δέχθηκε για να καταγράψει τις αναμνήσεις του στο μικρόφωνο του Αθηναϊκού/Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων.

Τότε, το 1973, σε ένα δεύτερο διαμέρισμα στον ίδιο όροφο εγκαταστάθηκε η Άλκη Ζέη με τον Γιώργο Σεβαστίκογλου. «Έτσι γίναμε μια μεγάλη οικογένεια, με πόρτες ανοιχτές απ΄ όπου μπαινόβγαιναν δεκάδες άτομα», λέει ο Ροβήρος Μάνθουλης.

«Την ημέρα του Πολυτεχνείου είμαστε όλοι μαζί εδώ, η Μελίνα, ο Μάριος Πλωρίτης κ.ά. και παρακολουθούσαμε το τι γινόταν στο Πολυτεχνείο. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν τα κινητά τηλέφωνα ή το ίντερνετ, όλα όμως σχεδόν τα περίπτερα είχαν τηλεφωνικές συσκευές. Έτσι είχαμε φίλους στην Αθήνα που μας τηλεφωνούσαν από διάφορα περίπτερα και μας εξηγούσαν από πιο σημείο περνούσαν τα τανκς. Παρακολουθούσαμε νοητικά όλη τη διαδρομή έως που έσπασαν την πόρτα και μπήκαν στο Πολυτεχνείο.

Είχαμε την πλήρη εικόνα έως τη φοβερή στιγμή της εισόδου του τανκς, που από μια άλλη άποψη ήταν και η αρχή του ξηλώματος της Χούντας», κατέληξε σκεπτικός.

Χάρις στην επιτυχία της ταινίας «Πρόσωπο με πρόσωπο» η δημόσια γαλλική τηλεόραση κάλεσε το Ροβήρο Μανθούλη να κάνει μια σειρά εκπομπών με αφορμή τον Μάη του 68 στη Γαλλία.

Μέσα από αυτή τη συνεργασία έκανε και ένα ντοκιμαντέρ με τη Μελίνα για τη Χούντα, που είχε μεγάλη επιτυχία και απήχηση. «Η Μελίνα δέχθηκε χιλιάδες γράμματα από το κοινό και τότε μου ζήτησε να κάνω μια ταινία μεγάλου μήκους για τη ζωή της Δώρας Λελούδα», κόρη μεγάλης αστικής οικογένειας με αντιστασιακή δράση τα χρόνια της Χούντας, (είχε κρύψει, μεταξύ άλλων, τον Μίκη Θεοδωράκη και είχε περάσει στο εξωτερικό κασέτα με πατριωτικά του τραγούδια).

Η ταινία στην αρχική της μορφή δεν έγινε, με τον τίτλο όμως Lilly’s story έγινε μια ταινία πολύ αργότερα η οποία εξηγούσε το πώς δεν έγινε η αρχική ταινία.

«Κάναμε πολλές εκδηλώσεις και διαμαρτυρίες στο Παρίσι, γιατί θέλαμε να ενημερώσουμε τον κόσμο για να καταλάβει τι συνέβαινε. Ανάμεσα στις δράσεις ήταν και για την έξοδο της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης, για καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και βασανιστήρια.

Παρά τις προσπάθειες των Αμερικάνων την εποχή του Νίξον να επηρεάσουν το Συμβούλιο της Ευρώπης δεν τα κατάφεραν και εκεί συνειδητοποίησαν ότι έπρεπε να βρουν τρόπο για το τέλος της Χούντας, και ο τρόπος ήταν η προκαθορισμένη αποτυχής επέμβαση στην Κύπρο».

Καθισμένος αναπαυτικά στην πολυθρόνα του ο Ροβήρος Μανθούλης, παρακολουθεί την επίσκεψη του Ομπάμα στην Αθήνα από το σταθμό Euronews: «Αυτή η Αμερική δεν είναι η ίδια όπως ήταν τότε, εκτός και αλλάξει και πάλι με τον νεοεκλεγέντα», ψιθύρισε με νόημα.

Την ημέρα του Πολυτεχνείου και ενώ ο Ροβήρος Μάνθουλης ήταν στο διπλανό διαμέρισμα με τους Σεβαστίκογλου, μια αυθόρμητη διαδήλωση Ελλήνων και φιλελλήνων Γάλλων ή απλώς Παριζιάνων κατέκλυσε τη Σεν Μισέλ στο περίφημο Καρτιέ Λατέν.

Ο Γιάννης Μαυροειδάκος, θεωρείται στη Γαλλία, ο βασικός στυλοβάτης για τη διάδοση της ελληνικής λογοτεχνίας και του ελληνικού πνεύματος με την έκδοση του δίγλωσσου περιοδικού «δεσμός» και το ελληνικό βιβλιοπωλείο και τον εκθεσιακό χώρο που φέρουν επίσης το όνομα «Δεσμός». Ο Γ. Μαυροειδάκος ήταν σ΄εκείνη διαδήλωση και θυμάται:

«Είμαστε γύρω στα 2.000 άτομα, που κατεβήκαμε αυθόρμητα στη Σεν Μισέλ χωρίς καμία προετοιμασία γιατί τότε δεν είχαμε τηλέφωνα, πολλοί από εμάς ούτε καν συσκευές στα σπίτια.

Μετά τη διαδήλωση κάναμε μια γενική συνέλευση στην Πανεπιστημιούπολη (Cite Universitaire) στην Fondation Hellenique όπου κυριαρχούσαν τότε οι μαοϊκοί. Αποφασίσαμε να οργανώσουμε διάφορες επιτροπές αγώνα. Εγώ μπήκα στην Καλλιτεχνική επιτροπή όπου βασικοί κινητήρες ήταν ο σκηνοθέτης Γιάννης Φαφούτης, η ηθοποιός Διδώ Λυκούδη, ο ποιητής Ανδρέας Παγουλάτος, ο ζωγράφος Λεωνίδας Τσιριγκούλης και άλλοι.

Σε αυτήν την επιτροπή συμμετείχε και η Μελίνα Μερκούρη, η οποία έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον και δεν ήθελε να χάσει συγκέντρωση. Το ανέκδοτο είναι ότι μια φορά ήταν αδιάθετη έτσι μας ζήτησε να γίνει η συγκέντρωση σπίτι της, όπου η Ελληνίδα μαγείρισσα μας είχε ετοιμάσει τυροπιτάκια, κεφτεδάκια όλα τα καλά, μας τάισε κανονικά. Έτσι συμφωνήσαμε να κάνουμε όλες τις συγκεντρώσεις στο σπίτι της Μελίνας, στο Rue de Seine στο Καρτιέ Λατέν, εμείς την είχαμε ωραία και η Μελινα δεν είχε να διασχίζει το Παρίσι έως την Fondation Hellenique στην Πανεπιστημιούπολη».

Με στόχο την ενημέρωση του κοινού ο Γ. Μαυροειδάκος θυμίζει την προσπάθεια που έκανε για την οργάνωση μιας εβδομάδας ελληνικού κινηματογράφου στο Παρίσι, με εμβληματικές ταινίες.

«Με τη βοήθεια ενός πυρήνα συνεργατών όπως των σκηνοθετών Άδωνη Κύρου, Νίκου Κούνδουρου, Γιάννη Φαφούτη, της καθηγήτριας βυζαντινολογίας Ελένης Μπιμπίκου Αντωνίαδου, του ποιητή Ανδρέα Παγουλάτου και του καθηγητή Σπύρου Σπάθη, οργανώσαμε το Δεκέμβριο του 73 την εβδομάδα ελληνικού σινεμά στο πανεπιστήμιο του Jussieu. Ήλθε πολύς κόσμος, είχαμε βάλει εισιτήριο και τα έσοδα μπήκαν σε λογαριασμό για τους εξόριστους και φυλακισμένους. Τα έργα που προβλήθηκαν ήταν μεταξύ άλλων: «ο Δράκος» του Νίκου Κούνδουρου, το «Πρόσωπο με πρόσωπο» του Ροβήρου Μανθούλη, το «Μέχρι το πλοίο» και η «Ευδοκία» του Αλέξη Δαμιανού και το «Μπλόκο» του ΑΆωνη Κύρου.

«Τα επεισόδια του Πολυτεχνείου σημάδεψαν τη ζωή πολλών από εμάς και σίγουρα τη δική μου» αναλογίζεται ο Γ. Μαυροειδάκος. «Εγώ εγκατέλειψα όλες τις προηγούμενες αναζητήσεις μου στο θέατρο ή τον κινηματογράφο, άλλαξα κατεύθυνση, ήρθα πιο κοντά στην Ελλάδα και ασχολούμαι πλέον με τα πολιτιστικά. Πιστεύω ότι υπάρχει μια δύναμη στο χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας.

Παρότι σήμερα η κρίση, δεν είναι κατά τη γνώμη μου, η βασική πηγή έμπνευσης, έχω την εντύπωση ότι έχει δημιουργήσει μια δυναμική και έχει πολλαπλασιασθεί η ανάγκη δημιουργίας, όπως τουλάχιστον το καταγράφω μέσω των αφιερωμάτων για ποίηση και λογοτεχνία στο περιοδικό «Δεσμός»».

Και ο Γιάννης Μαυροειδάκος καταλήγει με την προσφιλή του έκφραση: «Δεν ξέρουμε ποτέ το μέλλον του παρελθόντος στο αύριο που έρχεται».

 

Advertisements

Οι χούντες υπερηφανεύονται για τη νομιμότητα

???????????????????????????????Αναδημοσίευση από την Ελευθεροτυπία, Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

Οι χούντες υπερηφανεύονται για τη νομιμότητα

Του ΡΟΒΗΡΟΥ ΜΑΝΘΟΥΛΗ

Ζητήσαμε από το σκηνοθέτη Ροβήρο Μανθούλη, τον άνθρωπο που πήρε το ’75 την ΕΙΡ και δημιούργησε την ΕΡΤ, όπως και την ΕΤ3 στη Θεσσαλονίκη, να σχολιάσει την προχθεσινή εισβολή των ΜΑΤ στο Ραδιομέγαρο.

Η ακραία όμως πολιτική της κυβέρνησης να βάλει λουκέτο στη δημόσια ελληνική τηλεόραση και έπειτα να περάσει χειροπέδες στο μέγαρο της Αγίας Παρασκευής τον έχει εξοργίσει. Ιδού η δήλωσή του:

«Οταν ο κ. Καψής ανέλαβε να αντικαταστήσει την ΕΡΤ με την ΕΔΤ, είχα πει ότι όπου να ‘ναι θα στείλει ένα πρωί με τη δροσούλα, εν ύπνω, τα ΜΑΤ να εκκενώσει το κτήριο της Αγίας Παρασκευής. Μάλιστα, άργησε να το κάνει, περιμένοντας ίσως τη σύμφωνη γνώμη κομμάτων που συνεργάζονται με την κυβέρνηση Σαμαρά.

Το ότι άργησε σημαίνει επίσης ότι η αντίσταση του προσωπικού της ΕΡΤ είχε αποκτήσει την υποστήριξη του ελληνικού λαού. Και όλων των Μίντια του εξωτερικού. Αν γινόταν ένα δημοψήφισμα, η απάντηση θα ήταν να παραμείνει η ΕΡΤ και οι εργαζόμενοι σε αυτήν στο χώρο όπου συνέχιζαν να κάνουν το δημοκρατικό καθήκον τους. Αυτό είναι σίγουρο. Το έχει αποδείξει ο αριθμός των τηλεθεατών μέσω του Διαδικτύου, που ήταν πολύ μεγαλύτερος από πριν αλλά και από τα νούμερα τηλεθέασης όλων των άλλων καναλιών. Αυτά ως προς τα νούμερα.

ΕΡΤ

Η τελευταία συνέντευξη του Ροβήρου Μανθούλη στην Ελεύθερη ΕΡΤ

 Η χυδαιότητα της πράξης

Αλλά αυτό που μετράει σήμερα στη συνείδηση των πολιτών είναι η χυδαιότητα της πράξης. Που ξεκίνησε με την κατάργηση της Εθνικής Ραδιο-Τηλεόρασης. Το ΕΙΡ το είχαν καταργήσει και οι Γερμανοί όταν κατέλαβαν την Αθήνα. Η σημερινή κυβέρνηση (και μαζί της ο κ. Καψής) μπορεί να είναι τυπικά νόμιμη, αλλά και το Αντιστασιακό Δίκαιο αναγνωρίζεται μια μέρα.

Τη μέρα που επιστρέφει η Δημοκρατία και οι Ελευθερίες στον τόπο τους. Ούτε ο Γεώργιος Παπανδρέου, ούτε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, όταν ήταν κυβέρνηση, θα διανοούνταν να κλείσουν την Εθνική Ραδιο-Τηλεόραση και να πετάξουν έξω το προσωπικό τους. Αυτά τα κάνουν οι χούντες, που κι αυτές περηφανεύονται για την (επαναστατική τους) νομιμότητα.

Η παραμονή (και όχι κατοχή) των εργαζομένων της ΕΡΤ στην ΕΡΤ ήταν βέβαια μια πράξη αντίστασης στην κυβερνητική βία. Και η Εθνική Αντίσταση «παράνομη» ήταν, παράνομη για τον Γερμανό ναζί κατακτητή που στηριζόταν στο Δίκαιο του Ισχυροτέρου. Οπως η σημερινή κυβέρνηση, που αρνήθηκε το διάλογο. Αυτά που έγιναν τους τελευταίους μήνες με τη στάση της κυβέρνησης απέναντι στην ΕΡΤ αποτελούν μέγα ιστορικό γεγονός και όσοι συνέργησαν σ’ αυτό θα θαφτούν μια για πάντα στη συνείδηση των πολιτών. Των ελεύθερα σκεπτόμενων πολιτών, που είναι η πλειοψηφία σ’ αυτόν τον τόπο.

Οι χουντικοί βέβαια (και σήμερα χουντικοί) και οι δημαγωγοί θα χαιρετίσουν την έφοδο των ΜΑΤ, όπως χαιρέτισαν και την έφοδο των τανκ στο παράνομα κατειλημμένο Πολυτεχνείο, τη 17η Νοεμβρίου του 1973, της οποίας πλησιάζει η Επέτειος. (Ρωτήστε τον κ. Σαμαρά να σας πει τι έκανε την ημέρα εκείνη στο Κολέγιο των ΗΠΑ όπου σπούδαζε).

Το ανάθεμα

Η κυβέρνηση μέτρησε τις ημερομηνίες και έσπευσε να προλάβει τη μεγάλη Επέτειο. Αλλά από σήμερα τίποτα δεν γλιτώνει τον κ. Καψή από το ανάθεμα που θα χώσει βαθιά την 7η στη 17η Νοεμβρίου. Ούτε τους υπόλοιπους υπουργούς.

Αναρωτιέμαι αν θα γλιτώσουν οι αντιπολιτευόμενοι βουλευτές, οι οποίοι αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν σύσσωμοι τις συνεδριάσεις της Βουλής μέχρις ότου αποκατασταθεί η νόμιμη νομιμότητα στην ΕΡΤ. Δεν αναρωτήθηκε κανείς γιατί το προσωπικό της ΕΡΤ παρέμεινε τόσους μήνες, απλήρωτο, συνεχίζοντας το έργο που του έχει εμπιστευθεί ο ελληνικός λαός;».

«Η τρόικα δεν πρέπει να έχει λόγο για την ΕΡΤ»

«Η τρόικα δεν πρέπει να έχει λόγο για την ΕΡΤ»

Ο Ροβήρος Μανθούλης θυμάται πώς έσωσε την ΕΡΤ το 1982

Της ΕΥΑΝΝΑΣ ΒΕΝΕΡΔΟΥ (Ελευθεροτυπία 18 Ιουνίου 2013)

«Σου σκίζεται η καρδιά, όταν έχεις ζήσει χούντα και εξορίες, να βλέπεις πρακτικές που θυμίζουν νεοχουντικό πραξικόπημα. Με ποιο δικαίωμα κλείνουν τη δημόσια τηλεόραση; Το Σύνταγμα δεν το επιτρέπει!».

  Ο Ροβήρος Μανθούλης παρακολουθεί συνεχώς το πρόγραμμα της υπό κατάληψη ΕΡΤ. Είναι ταραγμένος. Υπήρξε ο άνθρωπος που τον Νοέμβριο του 1975 πήρε το ΕΙΡΤ και δημιούργησε την ΕΡΤ. Που το 1976 έστησε το τρίτο κανάλι, το κανάλι της Θεσσαλονίκης. Που θέσπισε ιστορικές σειρές και προγράμματα όπως το «Θέατρο της Δευτέρας» και το «Παρασκήνιο». Που έφτιαξε μεσημεριανό πρόγραμμα. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως η ΕΡΤ υπήρξε δημιούργημα του Μανθούλη. Μάλιστα, όταν άρχισε να εκπέμπει το νέο πρόγραμμά της, η θεαματικότητα της ΥΕΝΕΔ βυθίστηκε. Το «Θέατρο της Δευτέρας» είχε χτυπήσει 95%.

Οπως αποκαλύπτει, τον Γενάρη του 1982, που ο Ανδρέας Παπανδρέου τον φώναξε και πάλι, η ΕΡΤ έκλεινε! «Στα τέλη του ’81 υπήρχε τέτοια έλλειψη προγράμματος, που το κανάλι δεν μπορούσε να συνεχίσει. Την ΕΡΤ τότε διοικούσε μια τριανδρία. Ολοι ήθελαν αρχηγιλίκι και επικρατούσε η απόλυτη ασυνεννοησία. Δεν υπήρχε καν στοκ προγράμματος. Θυμάμαι ότι με το που πήγα, ο τότε υπεύθυνος μου ζήτησε να μιλήσω στο μικρόφωνο για καμιά ώρα, γιατί δεν είχε τρόπο να καλύψει το χρόνο μέχρι το δελτίο ειδήσεων!».

Φυσικά, δεν ήταν θέμα προσωπικού. «Από τότε είχε προσωπικό η ΕΡΤ. Δεν θα ξεχάσω πως εν μια νυκτί, με το που έφυγε η Ν.Δ. και ήρθε το ΠΑΣΟΚ, προσλήφθηκαν 500 άτομα!». Ο ίδιος κατήγγειλε στο νέο υπουργό πως λίγες ώρες πριν ορκιστεί η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, η Ν.Δ. προσέλαβε 250 υπαλλήλους. «Είναι παράνομο. Καθαρή αυθαιρεσία», του λέω. Και μου απαντά: «Αν τους απολύσουμε, θα μας κάνει απεργία το συνδικάτο της ΕΡΤ. Θα πάρουμε λοιπόν άλλους 250 κι εμείς!».

«Ο Σαμαράς φωνάζει ότι θέλει να εξυγιάνει την ΕΡΤ, στην ουσία όμως πρέπει να εξυγιάνει τον εαυτό του. Αλλά τώρα κάνει τον νταή. Αν η ΕΡΤ είχε αυτά τα προβλήματα είναι γιατί οι κυβερνήσεις που τη διοικούσαν (όχι από μακριά, δυστυχώς) δημιούργησαν τη διόγκωση του προσωπικού με άτομα ακατάλληλα. Που δεν είχαν ιδέα τι είναι τηλεόραση και ραδιόφωνο. Οι κυβερνήσεις χάλασαν την ΕΡΤ και τώρα θέλουν να τη φτιάξουν. Αλλά είναι τουλάχιστον κυβερνητική βλακεία να λες πως θα αναδιαρθρώσεις τη δημόσια τηλεόραση με μαύρο. Πρέπει πρώτα να βρεις τις καλές ακτίνες και ύστερα να καταργήσεις τις κακές. Εγώ δεν έκλεισα το ΕΙΡΤ πριν φτιάξω την ΕΡΤ. Εφτιαξα νέο πρόγραμμα με ανοιχτή την τηλεόραση».

Εκτιμά πως η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας θα είναι υπέρ της ΕΡΤ. «Διάβασα το άρθρο 44 του Συντάγματος. Είναι σαφές πως επιτρέπει αυτή την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου μόνο σε απολύτως έκτακτη ανάγκη. Υπονοώντας πόλεμο. Τίποτε λιγότερο».

«Η ΕΡΤ ήταν μια όαση πολιτιστική μέσα στο χάος και την κακή ποιότητα της εμπορικής τηλεόρασης. Αν και μαγκωμένη πολιτικά, ώστε να μην ενοχλήσει την εξουσία, αποτελούσε μέχρι σήμερα ένα αντίδοτο στην κακογουστιά και χυδαιότητα των ιδιωτικών καναλιών. Ο ελληνικός λαός εκπαιδεύεται με αυτή την κακή τηλεόραση. Δεν είναι τυχαίες οι δυσάρεστες εκπλήξεις στις εκλογές…».

Και μας θυμίζει πως στην Ελλάδα, εκτός από τα 3 κρατικά, εκπέμπουν στα ερτζιανά 20 ιδιωτικά κανάλια, ενώ σε χώρες όπως η Αγγλία και η Γερμανία το ποσοστό είναι 2 εμπορικά και 2 δημόσια. Τα υπόλοιπα είναι καλωδιακά, δορυφορικά κ.λπ.

Εκτιμά πως το κλείσιμο της ΕΡΤ έχει και κάποιους κρυφούς σκοπούς: «Οι διαφημίσεις περνάνε αυτομάτως στα ιδιωτικά κανάλια…». Στόχος είναι «να μειωθεί ο αριθμός των κρατικών καναλιών. Αυτό όμως σημαίνει πως το προσωπικό θα είναι τόσο μικρό, που θα μειωθούν και τα προγράμματα. Θα τα κάνουν χειρότερα. Ουσιαστικά επιστρέφουν στο ΕΙΡΤ, την τηλεόραση της χούντας. Σ’ αυτή την ποιότητα προγράμματος…».

Τι προτείνει λοιπόν;

  «Να ματαιωθεί το λουκέτο. Να βελτιωθεί η δημόσια τηλεόραση με τη γνώμη των εργαζομένων. Να μην απολυθεί κανείς. Οσοι δουλεύουν χρειάζονται. Ενας σοβαρός οργανισμός, με ραδιόφωνα και κανάλια, έχει ένα κόστος. Λογικό είναι. Σας θυμίζω πως η ΕΡΤ δεν μπορεί να εξαρτάται από την τρόικα, διότι δεν εξαρτάται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Αρα το κράτος απολύοντας δεν εξοικονομεί τίποτα…».

«Την ιστορία της εξορίας, δεν την έχει γράψει κανείς, ακόμη…»

Συνέντευξη στην Ιφιγένεια Καλαντζή.(Δρόμος της Αριστεράς, 10 Δεκεμβρίου 2012)

Στο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου, στο πλαίσιο του αφιερώματος για τους Έλληνες σκηνοθέτες της διασποράς, προβλήθηκε στην Ταινιοθήκη και η ταινία Lilly’s Story (2002), του αυτοεξόριστου, από το 1967, στη Γαλλία, 83χρονου σήμερα Ροβήρου Μανθούλη.

Αυτός ο κατ’ εξοχήν πολιτικοποιημένος κινηματογραφιστής και πρωτοπόρος ντοκιμαντερίστας ανταποκρίθηκε με προθυμία στο αίτημα να μας μιλήσει για το έργο και τη ζωή του. Τόπος συνάντησης, το ωραίο νεοκλασικό που στεγάζει τα γραφεία του Φεστιβάλ Ολυμπίας και το «Νεανικό Πλάνο», την εταιρία που επιμελείται το πολυποίκιλο και αξιόλογο έργο του. Κομμάτι της μεταπολεμικής Ιστορίας του τόπου μας, ο Μανθούλης, ανέσυρε με ενθουσιασμό, απ’ το σεντούκι της μνήμης του, απίστευτα γεγονότα, εξιστορώντας τα με έναν συναρπαστικό, χειμαρρώδη λόγο. Η 2ωρη, σχεδόν, συνάντηση ήταν ένα πολύτιμο μάθημα Ιστορίας και τέχνης. Η συλλογική ιστορική μνήμη φιλτράρεται μέσα από προσωπικές περιπέτειες, σ’ ένα απίστευτο σεργιάνι που περιέχει ιστορικές ποιητικές και λογοτεχνικές αναφορές, που φτάνουν ώς τους αρχαίους τραγωδούς.
Δεν μπορεί παρά να νιώσεις δέος, μπροστά στον άνθρωπο που, από αμούστακο αγόρι μέλος του ΕΑΜ, ήταν το «χωνί» των Εξαρχείων και της Νεάπολης, που διέδιδε τα βράδια τα αντιστασιακά μηνύματα, από κάποια ταράτσα, στον Λόφο του Στρέφη.
Δεν μπορεί παρά να νιώσεις συγκίνηση, μπροστά στον άνθρωπο που σκηνοθέτησε πτυχές της πονεμένης ιστορίας του λαού μας, αλλά και μερικά από τα πιο συγκλονιστικά μουσικά και εθνολογικά ντοκιμαντέρ, από τις πέντε ηπείρους, διασώζοντας μοναδικές εικόνες και αυθεντικές εκτελέσεις απ’ τις λαϊκές παραδόσεις, που σήμερα έχουν πολτοποιηθεί, στο χωνευτήρι της παγκοσμιοποίησης. Ας απολαύσουμε όμως τη δική του, μοναδική αφήγηση.

Στο αφιέρωμα του Πανοράματος, το όνομά σας αναφερόταν δίπλα σ’ αυτά του Καζάν, του Κασσαβέτη και του Παπατάκη. Νιώθετε, πράγματι, κομμάτι της ελληνικής διασποράς;
Θα έλεγα όχι. Ο Παπατάκης, ελληνο-αιθιοπικής καταγωγής, ήταν πιο πολύ Γάλλος. Η συμμετοχή του στα κινήματα λογοτεχνίας και φιλοσοφίας, στη μεταπολεμική Γαλλία, επηρέασε και τις ταινίες του, αλλά δεν υπήρχε σχέση με ελληνικότητα. Είναι ένας Έλληνας της διασποράς. Αλλά και τους Κασσαβέτη και Καζάν, κανείς δεν τους αποκαλεί Έλληνες, θεωρούνται και οι δυο σημαντικοί Αμερικανοί σκηνοθέτες, αφού γεννήθηκαν και μεγάλωσαν εκεί. Εγώ ήμουν άλλη περίπτωση. Όταν έφτασα στη Γαλλία, κόντευα τα 40, και είχα ήδη διαμορφωμένη παιδεία. Από την Αμερική, όπου έμεινα σχεδόν 4 χρόνια για τις σπουδές μου, έφυγα θυμωμένος, γιατί ένα αντιμακαρθικό άρθρο μου έγινε αφορμή να τεθώ υπό διωγμόν. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, μετά το στρατιωτικό μου, βρήκα δουλειά στο ραδιόφωνο, με τη βοήθεια του Μιχάλη Κατσαρού, που δούλευε εκεί. Ανέλαβα το περίφημο Θέατρο της Τετάρτης, όπου έφτιαχνα μια μουσική γέφυρα και έκανα θεατρικές διασκευές, για το ραδιόφωνο. Μετέπειτα, συμμετείχα για ένα διάστημα στις κινηματογραφικές Σχολές Σταυράκου και Ιωαννίδη, όπου δίδασκα αυτά που είχα μάθει στην Αμερική. Ο Νικολαΐδης, ο Βούλγαρης, ο Ραφαηλίδης υπήρξαν μαθητές μου, ενώ με τον Γιάννη Μπακογιανόπουλο ήμασταν φίλοι. Πριν πάω στην Αμερική, είχα εκδώσει και την πρώτη ποιητική μου συλλογή, σε ηλικία 17 ετών, με καλές κριτικές. Γύρω στο ’49, λοιπόν, άνηκα στην περίφημη λογοτεχνική παρέα, που συναντιόταν στο πατάρι του Λουμίδη, μαζί με τους Τσαρούχη, Χατζιδάκι, Κατσαρό, Γκάτσο και άλλους. Αυτή ήταν η νέα γενιά, στη μεταπολεμική περίοδο, κι εγώ ήμουν τότε ο πιο νέος. Οπότε, είμαι πάρα πολύ Έλληνας, όπως και η γυναίκα μου και τα παιδιά μου.

Η ταινία Lilly’s story αναφέρεται στη ζωή μια ομάδας πολιτικών εξόριστων στο Παρίσι, όπως εσείς. Μπορείτε να μας περιγράψετε το κλίμα;
Την ιστορία της εξορίας δεν την έχει γράψει κανείς, ακόμα. Στην ταινία μ’ ενδιέφερε να δείξω την κατάσταση που επικρατούσε. Εγώ, για παράδειγμα, ταξίδευα με διαβατήριο που ανέγραφε «άπατρις». Απάτριδες: αυτό ήμασταν οι εξόριστοι. Εκεί αναφέρονται οι περιπέτειες του Δημήτρη Χατζή, που έμεινε 30 χρόνια εξορία στις ανατολικές χώρες και του Γιώργου Σεβαστίκογλου, δύο φορές εξόριστου. Πρώτα στην Τασκένδη, μετά τον Εμφύλιο και στο Παρίσι με τη χούντα, όπου μέναμε κοντά, μαζί με τον Πλωρίτη, τη Μελίνα και τον Ντασέν. Ήμασταν όλοι μαζί, στα γεγονότα του Πολυτεχνείου, βρεθήκαμε να παρακολουθούμε εξ αποστάσεως την εξέλιξη μέσα απ’ τα απανωτά τηλεφωνήματα φίλων. Δεν ήταν, όμως, όλοι έτσι. Εμάς μας απασχολούσαν πολιτικά, αντιστασιακά και επαγγελματικά θέματα. Εγώ βρέθηκα στη Γαλλία, για την ταινία μου Πρόσωπο με πρόσωπο, που μίλαγε για τα Ιουλιανά και τον κίνδυνο πραξικοπήματος κι είχε βραβευτεί το ’66 στη Θεσσαλονίκη. Κατά περίεργη σύμπτωση, η προβολή της στο Φεστιβάλ της Υέρ, είχε προγραμματιστεί για τις 21 Απρίλη, τη μέρα που έγινε, τελικά, το πραξικόπημα! Καταλαβαίνετε τι έγινε. Όταν ξένοι δημοσιογράφοι μου ζήτησαν να μιλήσω σχετικά, αυθόρμητα δήλωσα ότι είναι φασιστικό το πραξικόπημα. Αυτά που είπα αναμεταδόθηκαν σ’ όλο τον κόσμο και το θέμα πήρε διαστάσεις. Οι Αρχές στην Ελλάδα με φακέλωσαν, μου στέρησαν το διαβατήριο και απαγόρευσαν την ταινία. Οι Γάλλοι είχαν δώσει τεράστια δημοσιότητα στο Πρόσωπο με πρόσωπο, με αποτέλεσμα να μου αναθέσει η γαλλική τηλεόραση την οργάνωση μιας μηνιαίας σειράς ντοκιμαντέρ, με τίτλο l’ affiche du monde, για όλη αυτή τη γενικευμένη εκρηκτική ατμόσφαιρα της εποχής, με τις διαμαρτυρίες για τον πόλεμο στο Βιετνάμ, τους Μπιτλς κ.λπ.

Γιατί δεν γυρίστηκε τελικά η ταινία Lilly’s story στις αρχές του ’70 και πώς, 30 χρόνια μετά, αποφασίσατε να γυρίσετε την ιστορία της ταινίας που δεν έγινε τότε; Ήταν για σας ένα ανεκπλήρωτο χρέος;
Η ταινία που σχεδιάζαμε τότε, ήταν μία φιξιόν, βασισμένη στην ιστορία μιας κοπέλας, που θα την ενσάρκωνε η Μελίνα. Ο Ντασέν την ονόμασε Λίλι, για να μην αποκαλυφθεί η ταυτότητά της. Δεν γυρίστηκε όμως, γιατί η εταιρία που θα έκανε τη χρηματοδότηση έκλεισε. Αλλά και όταν κανονίσαμε να γίνει με ρουμάνικη συμπαραγωγή, ο Τσαουσέσκου δεν επέτρεψε τα γυρίσματα, φοβούμενος τη ματαίωση μιας εμπορικής συμφωνίας με τη χούντα. Τριάντα χρόνια μετά, ήθελα να κάνω μια ταινία, με διάφορα επεισόδια, αντιπροσωπευτικά της εξορίας. Ένα απ’ αυτά ήταν και η ματαίωση του γυρίσματος τότε, οπότε, αποφάσισα να κάνω ταινία γι’ αυτό, συμπεριλαμβάνοντας και άλλα που έγιναν στο μεταξύ. Σ’ αυτό το πλαίσιο δείχνουμε και τη συνάντηση στο Πιράνο, στα σύνορα της Ιταλίας, όπου κάναμε διάφορες συναντήσεις με τους πολιτικούς εξόριστους, τόσο του εμφυλίου, όσο και της χούντας, για να δούμε πώς θα αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα.

Το εξαιρετικό χιούμορ της ταινίας παρακάμπτει τη συνήθη μίζερη περιγραφή μιας αντικειμενικά δύσκολης κατάστασης. Έχει παίξει ρόλο η χρονική απόσταση από τα γεγονότα ή πρόκειται για μια εξαρχής επιλογή σας;
Οπωσδήποτε ήταν και η χρονική απόσταση που δημιουργεί το χιούμορ, αλλά όλες μου οι ταινίες είναι έτσι. Η κυρία Δήμαρχος, η πρώτη μου ταινία, με την Γεωργία Βασιλειάδου και τον Βασίλη Αυλωνίτη, το ραδιοφωνικό σίριαλ Οικογένεια Παπαδοπούλου, το Ψηλά τα χέρια Χίτλερ, με τον Βέγγο και τις φοβερές ιστορίες από την Κατοχή, αλλά ακόμα και το Πρόσωπο με πρόσωπο, είναι όλες ταινίες με χιούμορ, σε μια συνεχή ανατροπή. Ακόμα και τα ντοκιμαντέρ μου έχουν αυτό το στυλ, επηρεασμένο από το σατιρικό δράμα, ένα τύπο αρχαίου έργου, ανάμεσα στην τραγωδία και την κωμωδία. Εμένα, αυτό το ύφος με εκφράζει, ακόμα και στο Lilly’s story.

Η ταινία βασίζεται μεν σε πραγματικές ιστορίες υπαρκτών προσώπων, δεν παύει, όμως, να είναι μυθοπλασία, αποδίδοντας αναπαραστατικά την τότε κατάσταση, ενώ χρησιμοποιεί την τεχνική «ταινία μέσα στην ταινία». Πού σταματάει η αλήθεια, που δίνει τη θέση της στη μυθοπλασία; Και γενικά, ποια είναι η διαφορά μεταξύ μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ;
Η ταινία αυτή είναι κατά ενενήντα τα εκατό, πραγματικότητα, για να επιτευχθεί η δραματική συνοχή του έργου. Το σενάριο χρειάστηκε να γραφτεί 11 φορές, ενώ εμπλουτίστηκε και με ερωτικές ιστορίες που αντλούσα από τον περίγυρο, δημιουργώντας ανάλαφρα ανοίγματα. Όσο για τη διαφορά, ανάμεσα σε μυθοπλασία και ντοκιμαντέρ, θεωρώ πως δεν υπάρχει. Όλα είναι μυθοπλασία. Μόνο με μυστική κάμερα, χωρίς να ξέρουν αυτοί που παρακολουθούνται ότι τους τραβάνε, το ντοκιμαντέρ θα ήταν η αληθινή ζωή. Με φανερή κάμερα, ο ίδιος άνθρωπος γίνεται ένα είδος ηθοποιού, με ήρωα τον ίδιο τον εαυτό του. Άρα και το ντοκιμαντέρ είναι μυθοπλασία. Η ταινία μου Μπλουζ με σφιγμένα δόντια είναι ανάμεσα στο μύθο και στο ντοκουμέντο, καθώς αναθέτω τους ρόλους σε πραγματικούς ανθρώπους, οι οποίοι παίζουν την ιστορία τους, τον εαυτό τους, αυτά που έχουν ζήσει, μέσα στο πραγματικό τους σπίτι! Πρόκειται για μια βουτιά στην ψυχή των μαύρων. Αντίστοιχα, και με τα δικά μας ρεμπέτικα, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τη μουσική, αν δεν μάθουμε για τη ζωή του περιθωρίου και των παράνομων.

Αυτό δεν είναι και το σινεμά βεριτέ του Ζαν Ρους;
Βέβαια! Αυτό ακριβώς διαπραγματεύεται και το σινεμά βεριτέ. Γιατί, η μυθοπλασία είναι μεν ιστορία που την έχεις γράψει εσύ, αλλά είναι εμπνευσμένη από τη δική μας ζωή και αυτό αποτελεί ντοκουμέντο. Εξάλλου, το μοντάζ και μόνο καθιστά τον κινηματογράφο μια κατασκευή. Αλλιώς, υπάρχει και το ζουρνάλ, που ό,τι τραβάς το δείχνεις στις ειδήσεις. Αυτό όμως δεν ανταποκρίνεται στην έννοια του ντοκιμαντέρ, που αναπτύχθηκε ως είδος και ως φιλοσοφία στην Αγγλία, κατά τη δεκαετία του ’30, μετά τον ρώσικο κινηματογράφο. Άλλωστε, το ντοκιμαντέρ ορίζεται ως η ερμηνευτική αντανάκλαση της πραγματικότητας και όχι η ίδια η πραγματικότητα.

Σας χαρακτηρίζουν πολιτικοποιημένο κινηματογραφιστή. Γιατί;
Συχνά με ρωτάνε: εσύ, γιατί έγινες αριστερός; Ε, λοιπόν, απέκτησα πολιτική συνείδηση διαβάζοντας, από μικρός. Πολιτικοποιήθηκα από τους Άθλιους του Βίκτωρα Ουγκό και στη συνέχεια από τον Μαγιακόβσκι και τους υπόλοιπους ποιητές, και φυσικά από τη συμμετοχή μου στην Αντίσταση, από 12½ χρονών! Οι ταινίες μου δεν είναι κομματικές, με τη στενή έννοια, είναι πολιτικές. Περισσότερο εμπνέει η πολιτική εμένα, παρά εγώ εμπνέω την πολιτική με τις ταινίες μου. Δεν είμαι υπέρ της προπαγανδιστικής ταινίας, εκτός αν είναι αναγκαίο, γιατί δεν είναι προσωπική, αλλά μια στρατευμένη ταινία, χωρίς αισθητική. Πολιτικοποιημένη, θα είναι η ταινία μου, διότι, δεν υπάρχει τίποτα μη πολιτικό. Και τα πιο δήθεν α-πολιτικά πράγματα, είναι πολιτικά.

Στο τεράστιο έργο σας περιλαμβάνεται και η σειρά Μια χώρα μια μουσική, για τη γαλλική τηλεόραση, με πολύ αξιόλογα μουσικά ντοκιμαντέρ (ταγκό στην Αργεντινή, γαλλικά τραγούδια του μεσοπολέμου, κάντρι μουσική, μπλουζ του Μισισιπή, τσιγγάνοι της Ανδαλουσίας και πολλά άλλα). Πρόκειται για τα είδη μουσικής που αγαπάτε ή ίσως έχετε και κάποια σχέση με τη μουσική;
Δεν ήμουνα ποτέ μουσικός, τη μουσική μου αρέσει να την ακούω. Πάντως, για να γίνει μια μουσική ταινία, πρέπει κυρίως να είσαι κινηματογραφιστής. Έχω κάνει 122 ταινίες πάνω σε διάφορα θέματα, που δεν τα ξεπετάω, κάθομαι και μελετάω πολύ και σε βάθος, ανατρέχοντας διαρκώς σε βιβλιοθήκες και φυσικά, χρησιμοποιώ και ειδικούς, ικανούς να βοηθήσουν. Τελικά, ένας κινηματογραφιστής που ασχολείται με χιλιάδες θέματα, καταλήγει σαν εγκυκλοπαίδεια. Η μουσική ελκύει ένα κοινό που θα δει την ταινία. Γιατί ξέρετε, οι άνθρωποι δεν βλέπουν εύκολα ντοκιμαντέρ, προτιμούν τα σίριαλ και όχι μόνο στην Ελλάδα. Παράλληλα, η μουσική έχει μια πολιτικότητα. Δεν υπάρχει πιο πολιτικοποιημένο πράγμα από τη μουσική, με ρίζες στις παραδόσεις ενός λαού, που είναι πάντοτε μια διαμαρτυρία. Όλη η τέχνη είναι μια διαμαρτυρία. Ακόμα και οι τραγωδίες και όλη η ποίηση. Η Έρημη χώρα του Έλιοτ, ένα από τα σημαντικότερα έργα στον κόσμο, αποτελεί μια τεράστια διαμαρτυρία, για τον 20ό αιώνα. Ο Νόελ Κάουαρντ έχει γράψει το ποίημα 20th century blues, που μεταφράζεται 20ός αιώνας, ένας αιώνας αίσχους, τίτλος που δανείστηκα κι εγώ σε μια σειρά από ταινίες.
Φαίνεται ότι ο φασισμός, ο ναζισμός, παίξανε ρόλο σ’ αυτό τον αρνητικό χαρακτηρισμό. Εν πάση περιπτώσει, η μουσική είναι μια πρόφαση, γιατί από πίσω υπάρχει ένας λαός και ένας ολόκληρος πολιτισμός που βγαίνει στην επιφάνεια, και κυρίως ένας αγώνας από το πιο προοδευτικό μέρος του λαού, για να διατηρήσει αυτή την κληρονομιά. Αυτά που κάνω, δεν σχετίζονται με κτίρια και αγάλματα, αλλά με τον προφορικό λόγο, ο οποίος χάνεται. Όλα αυτά που έχω γυρίσει, σήμερα αποτελούν ντοκουμέντα, για τη νέα γενιά.

Εκτός από τις πανέμορφες μουσικές, στην αυθεντική τους εκτέλεση, καταγράψατε και το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο που τις γέννησε, που σήμερα έχει ισοπεδώσει η παγκοσμιοποίηση.
Πράγματι, πάντα είχα πάθος και έγνοια να διασώσω πράγματα που χάνονται. Όταν έμαθα ότι πρόκειται να γκρεμιστεί ο Ελευθερουδάκης στο Σύνταγμα, τρέχω και τραβάω μια ταινία. Για μένα, αντιπροσώπευε τις παιδικές μου μνήμες. Ξημεροβραδιαζόμουνα στο υπόγειο του καταστήματος, που ήταν από τα πρώτα που είχε δανειστική βιβλιοθήκη. Σε ηλικία 12 ετ ών διάβαζα ένα βιβλίο την ημέρα, ώσπου να τα εξαντλήσω όλα. Στα γραφεία της Διάπλασης των Παίδων, στην οδό Ευριπίδου, ο Τίτος Πατρίκιος είχε εγκαταστήσει μια δανειστική βιβλιοθήκη από βιβλία του πατέρα του. Τη διάβασα κι αυτήν ολόκληρη, με τη βοήθεια του Ξενόπουλου, που μου έλεγε τι να πρωτοδιαβάσω. Μετά, ξεκοκάλισα και τη δανειστική βιβλιοθήκη του ποιητή Γιώργου Τσουκαλά, που είχε ανοίξει και βιβλιοπωλείο.
Μαθαίνω ότι θα γκρεμιστεί το ουζερί του Απότσου, στην Πανεπιστημίου, τρέχω και προλαβαίνω να γυρίσω μια σκηνή, για την ταινία Πρόσωπο με πρόσωπο.
Έτσι έπραξα και όταν έμαθα ότι γκρεμίζουν τις Φυλακές Χατζηκώστα, στην Πειραιώς, για να χρησιμοποιήσω και πάλι το πλάνο στο Πρόσωπο με πρόσωπο, που είναι και μια ταινία διαμαρτυρία, για την καταστροφή της Αθήνας, τότε που γκρέμιζαν τα πάντα, για να κάνουν αυτές τις μίζερες πολυκατοικίες. Το ίδιο έκανα σε όλο τον κόσμο, από τη Βραζιλία και την Αργεντινή, μέχρι την Αίγυπτο και τη Γερμανία, γιατί όλοι διαμαρτύρονταν ότι η τηλεόραση έχει ισοπεδώσει τα πάντα. Ένα σίριαλ αμερικανικό που έβλεπα στην Κούβα, το ίδιο το έβλεπα στην Αυστραλία. Όλη η ανθρωπότητα, δηλαδή, είχε ένα μήνυμα. Αλλά και στην τηλεοπτική σειρά Ακυβέρνητες πολιτείες, πάλι ήθελα να περισωθεί στη μνήμη ολόκληρη η εποχή. Εν πάση περιπτώσει, όταν λέω ότι όλες οι πράξεις είναι πολιτικές, το εννοώ. Αυτό οι Γάλλοι το εκτίμησαν πολύ. Έχουν βραβεύσει τα ντοκιμαντέρ μου και έχουν γράψει ύμνους γι’ αυτά.

Το 1998 σκηνοθετήσατε το ντοκιμαντέρ Η δικτατορία των Ελλήνων συνταγματαρχών, ένα από τα πιο στοχευμένα και πολιτικοποιημένα ντοκιμαντέρ για τη χούντα, διασώζοντας τη συλλογική μνήμη, που σήμερα ξεθωριάζει, με την άνοδο του νεοναζισμού και την εκπροσώπησή του στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Θέλετε να τοποθετηθείτε;
Ήδη κάποιες ιδέες, ακόμα και ιδεολογίες, είχαν αρχίσει να φθίνουν και να χάνονται, μέσα στην ισοπέδωση, λόγω της έλλειψης παιδείας και της επιβολής των Μίντια: τηλεόραση, Ίντερνετ, Τύπος. Τα έντυπα που έχουν μια πολιτική ταυτότητα, διαβάζονται δυστυχώς από ελάχιστους. Οι περισσότεροι ασχολούνται με τα κανάλια, στα οποία κυριαρχεί μια επίθεση στην κουλτούρα, που εθίζει σ’ ένα τυποποιημένο τρόπο ζωής. Την πολιτική παιδεία την αποκτήσαμε κάποτε μέσα από το σχολείο της Αντίστασης, με το συναδελφισμό και την αλληλεγγύη. Με το να κρατάς στην ημιμάθεια ένα λαό και να μην του λες τι συμβαίνει, τον μεταβάλλεις σε υποχείριο των πιο σκοτεινών συμφερόντων. Σήμερα δεν υπάρχει καμιά πολιτική παιδεία. Και όταν λένε «Έληξε η μεταπολίτευση», τι σημαίνει, ότι πρέπει να επιστρέψουμε στη χούντα; Εξάλλου, από παλιά, ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού ήταν χουντικοί. Αυτό δεν μπορούμε να το παραγνωρίσουμε.

Έχετε αφιερώσει μια ζωή στον κινηματογράφο και ακόμα παραμένετε στις επάλξεις. Θα πάτε, όπως μου λέτε, στο Φεστιβάλ Ολυμπίας;
Είναι η τρίτη φορά που πηγαίνω στο Φεστιβάλ Ολυμπίας, που θα όφειλε να είναι το υπ’ αριθμόν 1 φεστιβάλ της χώρας, γιατί απευθύνεται στους νέους. Για να βλέπεις σωστά σινεμά ακόμα και τηλεόραση, χρειάζεται μια παιδεία της εικόνας, ώστε να αποκτήσεις κριτική στάση απέναντι σε αυτό που βλέπεις. Φέτος, θα είμαι Πρόεδρος της Κριτικής επιτροπής για τα ντοκιμαντέρ, θα οργανώσουμε και κάποιες ενδιαφέρουσες συζητήσεις εκεί, και ό,τι μπορούμε θα κάνουμε.

Ο Μανθούλης απαντά στον «Προύστ»

Μια συνέντευξη στα ΝΕΑ, 22 Μαίου 2010

Κάνετε κλίκ πάνω στην εικόνα για να τη μεγενθύνετε

ΤΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ ΕΧΕΙ ΑΓΟΡΑΣΤΕΙ ΑΠΟ 3.000
ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ, ΚΑΙ Η ΤΑΙΝΙΑ ΠΟΥ ΓΥΡΙΣΕ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΙΣ
«ΑΚΥΒΕΡΝΗΤΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ» ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΑ ΕΧΕΙ ΜΕΤΑΔΟΘΕΙ 50 ΦΟΡΕΣ ΑΠΟ
ΤΗ ΓΑΛΛΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ. Ο ΡΟΒΗΡΟΣ ΜΑΝΘΟΥΛΗΣ ΕΧΕΙ ΣΥΜΜΕΤΑΣΧΕΙ
ΣΤΟΝ ΑΝΤΙΜΑΚΑΡΘΙΚΟ ΑΓΩΝΑ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑ
ΤΗΣ ΧΟΥΝΤΑΣ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ, ΕΧΕΙ ΓΥΡΙΣΕΙ 122 ΤΑΙΝΙΕΣ ΚΑΙ ΕΧΕΙ ΓΡΑΨΕΙ
12 ΒΙΒΛΙΑ, ΥΠΗΡΞΕ ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ ΣΕ ΓΑΛΛΙΚΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΑ
ΚΑΝΑΛΙΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΠΑΡΑΙΤΗΘΗΚΕ ΠΟΤΕ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ
ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ.
ΟΓΔΟΝΤΑΡΗΣ ΣΗΜΕΡΑ, ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ ΕΝΑ ΜΟΝΑΔΙΚΑ ΕΥΧΡΗΣΤΟ
«ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ»

Η απόλυτη ευτυχία για σας είναι;
Να ξυπνάω και να ανακαλύπτω ότι είμαι ακόμα ζωντανός.

Τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί;

Η μοναξιά που νιώθεις στο μονό κρεβάτι.

Η τελευταία φορά που ξεσπάσατε σε γέλια;

Οταν έμαθα τι είπε ο Αντώνης Σαμαράς για το Μακεδονικό σε σύσκεψη υπουργών Εξωτερικών στη Λισαβώνα, το 1992.

Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σαςείναι;

Φλεγματικός.

Το βασικό ελάττωμά σας;
Να συγχωρώ, δυστυχώς, τα λάθη που γίνονται γύρω μου.

Σε ποια λάθη δείχνετε τη μεγαλύτερη επιείκεια;

Σ΄ αυτά που γίνονται από αγράμματους.

Η τελευταία φορά που κλάψατε;
Στην κηδεία του Αξελού. Στην ξενιτιά.

Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεστε περισσότερο;

Με τον Κλεισθένη, ιδρυτή της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.

Ποιοι είναι οι ήρωές σας σήμερα;

Ο πρόεδρος Ομπάμα, ο υπουργός Γιώργος Παπακωνσταντίνου και οι υπεύθυνοι της Ελληνικής Ταινιοθήκης.

Το αγαπημένο σας ταξίδι;
Στην Ταϊτή της Γαλλικής Πολυνησίας, όπου οι ντόπιοι μου τραγούδησαν το «Βράχο βράχο τον καημό μου».

Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;

Αν και προτιμώ τους ποιητές, οι Τσίρκας, Χένρι Μίλερ (ιδιαίτερα για τον Κολοσσό του Μαρουσιού ), Ουίλιαμ Σαρόγιαν και άλλοι 20.

Ποια αρετή προτιμάτε σε έναν άντρα;

Τη δίκαιη κρίση (αλλά μόνη της δεν αρκεί).

…Και σε μια γυναίκα;
Την ειλικρίνεια (αλλά μόνη της δεν αρκεί).

Ο αγαπημένος σας συνθέτης;
Ο Μπαχ, αλλά ακούω τζαζ!

Το τραγούδι που σφυρίζετε κάνοντας ντους;

Ιt΄s a long way to Τipperary…

Το βιβλίο που σας σημάδεψε;
« Τhe Waste Land » («Ο Ερημωμένος Τόπος» του Ελιοτ- το προτιμώ από «Ερημη Χώρα», τολμώ να πω).

Η ταινία που σας σημάδεψε;
Το «Νυχτερινό Ταχυδρομείο» του Μπέιζιλ Ράιτ (του Μπρίτεν για τη μουσική, του Οντεν για τους στίχους).

Ο αγαπημένος σας ζωγράφος;
Ο Φρανσουά Μπουσέ, ο Τσαρούχης και 1.200 ακόμα.

Το αγαπημένο σας χρώμα;
Το χρώμα που έχουν τα άβαφα χείλη των κοριτσιών.

Ποια θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη επιτυχία σας;

Οτι κατάφερα να περάσω από πολλές συμπληγάδες πέτρες και να επιζήσω- την αναβάθμιση της ΕΡΤ το 1976- και ότι κατάφερα να μπω σε μια ρατσιστική φυλακή του Τέξας και να γυρίσω τα τραγούδια της δουλειάς των Μαύρων που επέζησαν – μόνο εκεί- από την εποχή της σκλαβιάς, πριν χαθούν εντελώς.

Το αγαπημένο σας ποτό;
Ενα κοκτέιλ από καναδέζι κο ουίσκι, τζιντζερέιλ και κρέμα μέντας που επινόησα όταν ήμουν μπάρμαν σ΄ ένα κακόφημο μπαρ την εποχή που σπούδαζα στην Αμερική.

Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;

Που δεν φρόντισα να δείξω όλη την τρυφερότητα που έχω μέσα μου για τον γιο μου.

Τι απεχθάνεστε περισσότερο απ΄ όλα;

Τις προδοσίες των φίλων.

Οταν δεν ασχολείστε με την τέχνη της εικόνας, ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία;

Η τέχνη του λόγου. Ο μεγαλύτερος φόβος σας;
Μήπως δεν προλάβω να τελειώσω τα δύο βιβλία που γράφω («Ο Βίος και τα Πάθη μου» και «Οι Μεταμορφώσεις της Αφροδίτης»).

Σε ποια περίπτωση επιλέγετε να πείτε ψέματα;

Στα σεξουαλικά, αν και σιχαίνομαι το ψέμα.

Ποιο είναι το μότο σας;
Σπεύδε βραδέως.

Πώς θα επιθυμούσατε να πεθάνετε;

Αρνούμαι αυτήν την περίπτωση, εύχομαι να είμαι η εξαίρεση και προσπαθώ να επιβάλλω και διά νόμου την κατάργηση του θανάτου.

Εάν συνέβαινε να συναντήσετε τον Θεό, τι θα θέλατε να σας πει;

Εγώ θα του πω: Κατέβα Ρε να πιούμε ένα καφεδάκι και να μου πεις πού ήσουνα πριν από το Μπινγκ Μπανγκ (Ρε, ο θεός στα αιγυπτιακά).

Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτόν τον καιρό;

Πριν από το Ερωτηματολόγιο του Προυστ, σε πλήρη διαύγεια.

2,3 πράγματα που ξέρει για τη ζωή!

Μια συνέντευξη στο ΒΗΜΑgazino

(Κάντε κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση)

Το κείμενο που δημοσιεύεται στο Βημαγκαζίνο αποτελεί συμπύκνωση μιας εκτενέστερης συνέντευξη που πήρε η δημοσιογράφος Δέσποινα Λάδη από το Ροβήρο Μανθούλη.

Στη νυνέχεια, με την άδεια της κ. Λάδη, δημοσιεύουμε  το πλήρες κείμενο της συνέντευξης.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ:

1)   Παιδική ηλικία: Περιγράψτε μου πώς ήταν. Ποιες είναι οι πρώτες, πιο έντονες εικόνες που έχετε από αυτήν; Ποια θεωρείτε ότι είναι τα βιώματα που σας καθόρισαν;

2)   Γονείς. Πείτε μου λίγα λόγια για τον καθένα. Ποιές αρχές θεωρείτε πως σας μετέδωσαν για τη ζωή;

3)   Υπάρχει κάποια μνήμη στην παιδική σας ηλικία, που έστω και υποσυνείδητα να συνδέεται με αυτό που είστε σήμερα;

4)   Απ’ όσους ανθρώπους γνωρίσατε που άφησαν το στίγμα τους στη ζωή σας, υπάρχει κάποιος που ξεχωρίζετε (από τον καλλιτεχνικό ή μή, χώρο) που σας έχει επηρεάσει ιδιαίτερα, στον τρόπο σκέψης ή δουλειάς σας; Ποιο είναι το πιο σημαντικό «μάθημα» που σας έμαθε;

5)   Μιλήστε μου λίγο για την εποχή που συχνάζατε στου Λουμίδη, το κλίμα, τους θαμώνες, πώς σας επηρέασε.

Φαντάζομαι πως η ατμόσφαιρα εκεί πρέπει να ήταν ατμόσφαιρα αναβρασμού, δημιουργίας, αναζήτησης, εποικοδομητικών συγκρούσεων κλπ.

6)   Στην τύχη πιστεύετε; Αν ναι, τι ρόλο έχει παίξει στη ζωή σας; (τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο).

7)   Τι αρετές ‘οφείλει’ να έχει ένα ‘καλό’ ντοκυμαντέρ και ένας ‘καλός’ σκηνοθέτης ντοκυμαντέρ; (με άλλα λόγια τι πρέπει να επιτυγχάνει ένα καλό ντοκυμαντέρ;)

8)   Ποια η σχέση ανάμεσα στο ντοκυμαντέρ και την Αλήθεια των πραγμάτων/ανθρώπων; Είχα διαβάσει αυτό που σας είχε πει ο Εντγκάρ Μορέν ότι ‘το cinema-verite ψάχνει αυτό που κρύβεται πίσω απ’ αυτό που φαίνεται’.

9)   Τι είναι αυτό που μας κάνει καλούς σε αυτό που θέλουμε να κάνουμε; Στη δική σας περίπτωση;

10) Τι ρόλο έπαιξε ο έρωτας στη ζωή σας; Πιστεύετε ότι ένας καλλιτέχνης χρειάζεται ένα σταθερό συναισθηματικό περιβάλλον που του παρέχει την ηρεμία και ασφάλεια που χρειάζεται για να αφοσιωθεί στη δουλειά του ή μια ταραχώδη ερωτικά ζωή γεμάτη συγκινήσεις και ερεθίσματα;

11) Μου δίνετε την εντύπωση ανθρώπου που δεν φοβάται εύκολα και που στη ζωή του τόλμησε και πήρε ρίσκα. Παρ’ όλ’ αυτά, υπήρξε / υπάρχει κάτι που να σας φοβίζει; Αντίστοιχα, μετανιώσατε ποτέ για κάποιο ρίσκο που πήρατε;

12) Είστε άνθρωπος που έχει ταξιδέψει πολύ. Τι είναι αυτό που σας γοητεύει περισσότερο στα ταξίδια; Υπάρχει κάποιο που ξεχωρίζετε για τις εμπειρίες που σας πρόσφερε;

13) Ποια είναι η σχέση σας με το παρελθόν και τις αναμνήσεις;

14) Τι σημαίνει για σας να είναι κανείς ‘ενεργός πολίτης’ και ποια η αναγκαιότητα να είναι κανείς ενεργός πολίτης στις μέρες μας;

15) Έχετε δύο παιδιά και μία εγγονή. Ποιο θα λέγατε ότι είναι το πιο ‘σημαντικό’ πράγμα που μάθατε με το να είστε πατέρας ή παππούς;

16) Υπάρχει κάποια αρχή που να διέπει τις επιλογές, τις πράξεις και γενικά την πορεία σας ή κάποιος απώτερος στόχος που είχατε πάντα; (δεν το εννοώ ωφελιμιστικά)

17)  Σε μια συνέντευξή σας είχατε πει: «Πάντα θα είμαι ένας εξόριστος, ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδα». Μιλήστε μου λίγο περισσότερο γι’ αυτό και για τις δύο ‘πατρίδες’ σας. Υπάρχει κάτι που σας λείπει απ’ την Ελλάδα;

18) Πόσα βιβλία έχετε γράψει ;

Δέσποινα Λάδη

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

– Έχω τόσο πληγωθεί από τα ανυπεράσπιστα τραύματα που υπέστησαν τα παιδιά μου στην τρυφερή τους ηλικία, εξαιτίας της εξορίας μας, που αισθάνομαι ντροπή για τη δική μου παιδική ηλικία που ήταν γεμάτη από ψυχική υγεία. Η παιδική μου ηλικία έχει δύο περιόδους, ανήσυχες και οι δύο. αναγκαστικά διαφορετικές. Στην εποχή του δημοτικού, ήμουν προσηλωμένος σε γονείς σπάνιας τρυφερότητας. Ο πατέρας μου ήταν ένας έντιμος άνθρωπος, μορφωμένος, εξελιγμένος, προοδευτικός, σοφός, εφευρετικός. Αυτά προσπάθησε να τα περάσει στα παιδιά του – και σε όσους από τους γύρω συνανθρώπους του του δίνονταν η ευκαιρία να το κάνει. Έβλεπα πολλούς να έρχονται να τον συμβουλευτούν σαν να ήταν ο «μάγος της φυλής» για διάφορα θέματα και κυρίως προβλήματα υγείας, γιατί σ΄αυτά ήταν απόλυτα ενημερωμένος ! Χώρια που ήταν χορτοφάγος και οικολόγος από τότε που τον θυμάμαι, δηλαδή από το 1935, δηλαδή από το «Πλαστηρικό Κίνημα» του 35, το οποίο και θυμάμαι γιατί έγινε δίπλα στα έργα του Στρυμόνα, εκεί που δούλευε τότε ο πατέρας μου. Θυμάμαι επίσης ότι ο πατέρας μου δεν φοβόταν κανένα και τίποτα (το ίδιο και η μητέρα μου, παρόλο που και οι δυο ήταν πρόσφυγες του 22) και αυτό μας το μετέδωσαν και σε μένα και στην αδελφή μου. Πολλά θυμάμαι από όλες τις ηλικίες μου. Αλλά θα χρειαστεί ένα βιβλίο να τα γράψω. Και θα τα γράψω.

– Σ΄αυτήν την εποχή, έγινε κάτι το κυριολεκτικά συγκλονιστικό, που –όπως μου λένε οι φίλοι μου ψυχαναλυτές- συνδέεται άμεσα με το επάγγελμα που διάλεξα. Βρίσκομαι στη γιαγιά μου, στις Σέρρες, είμαι 6 χρονών, δεν είναι μακριά το θερινό σινεμά, το σκάω να πάω να βάλλω το μάτι μου σε καμιά τρύπα του τοίχου από σανίδες που περιβάλει τον κινηματογράφο για να δω το έργο. Το έργο είναι ένα κινούμενο σχέδιο, έγχρωμο, του Ντίσνεϋ νομίζω. Η ιστορία του λαγού και της χελώνας. Τελειώνει το φιλμ και μετακινούμε λίγο για να φύγω, ακουμπάει το χέρι μου πάνω σ΄’ένα ηλεκτροφόρο σύρμα και τινάζομαι στο αέρα σαν πέστροφα. Πρώτον, επέζησα, δεύτερον, δεν χρειάστηκα ποτέ να μου κάνουν κι΄άλλα ηλεκτροσόκ και, τρίτον, έγινα κάποτε σκηνοθέτης του κινηματογράφου ! Πρέπει να πω ότι. χάρη στην ηλεκτροπληξία, θυμάμαι ολόκληρο το έργο. Σε μια σκηνή, ο λαγός –σίγουρος ότι έχει όλο το χρόνο με το μέρος του- αρχίζει να παίζει τένις με …τον εαυτό του ! Χτυπάει το μπαλάκι με τη ρακέτα και ύστερα τρέχει από την άλλη μεριά,  την ξαναχτυπάει και τη στέλνει πίσω στον εαυτό του ! Αργότερα, είδα να γίνεται κάτι τέτοιο και στην πολιτική.

– Η δεύτερη περίοδος της παιδικής μου ηλικίας, η εφηβεία μου, αναλώθηκε από την πρώτη μέρα στην Αντίσταση, στη βιβλιοφιλία και στην ποίηση.

– Ο άνθρωπος που άφησε το στίγμα του στη ζωή μου –και που δεν τον γνώρισα ποτέ από κοντά !- είναι ο Κάρολος Κουν. Ήμουν από την Κατοχή μέλος των ¨Φίλων του Θεάτρου Τέχνης¨ και πηγαίναμε σε όλες τις παραστάσεις του με το Κώστα Ταχτσή, με τον οποίον ήμασταν συμμαθητές, στο 10ο Γυμνάσιο. Το «στίγμα» που μου έφησε ο Κουν είναι ότι η πραγματική αλήθεια είναι κρυμμένη πίσω απ΄αυτήν που προβάλλεται. (Το ίδιο θα μου πει, χρόνια μετά, ο Εντγκάρ Μορέν). Ο Κουν μου έμαθε προς τα πού να ψάξω και τι να ψάξω. Μ΄άλλα λόγια, την «οικονομία της ζωής και της τέχνης», πράγμα ένα και το αυτό .

Σε πολλούς οφείλω πολλά, ας αναφέρω μόνο τον Μίμη Δεσποτίδη που ήταν καθοδηγητής μου στην ΕΠΟΝ κατά την Κατοχή, το Γιάννη Τσαρούχη, το Μάριο Πλωρίτη, το Γιώργο Σεβαστίκογλου, το Γιάννη Χαΐνη. με τους οποίους κάναμε παρέα στο Παρίσι της εξορίας. Αυτοί οι άνθρωποι μου μετέδωσαν ο καθένας τη δική τους σοφία, πολιτική ή ηθική που όμως ήταν πάντα μια ειρωνική επεξεργασία της γνώσης. Αυτό που ονομάστηκε στην Αναγέννηση ¨Ουμανισμός¨.

– Πάντα υπήρχαν στέκια για να βρίσκονται άνθρωποι που ήθελαν να διδαχτούν ή να διδάξουν, να ακουμπήσουν πάνω στους τρίτους τις απόπειρες του ταλέντου τους, λογικού ή συναισθηματικού. Στην αρχαία Αθήνα μαζεύονταν στις πίσω αυλές των μαγαζιών ή στις στοές της Αγοράς. Το Πατάρι του Λουμίδη, για μας τους αριστερότερους, έγινε απαραίτητο, πρώτον γιατί ήμασταν στον Εμφύλιο και τα συνήθη μας στέκια είχαν όλα απαγορευτεί και δεύτερον γιατί ήταν πατάρι, κάτι σαν ιδιωτική λέσχη. Για να μπεις έπρεπε να έχεις κάποιο λογοτεχνικό διαβατήριο –ή τουλάχιστο να βρίσκεις ωραία ανέκδοτα. Εγώ είχα εκδώσει, έφηβος ακόμα, μια ποιητική συλλογή και βρέθηκα να είμαι στο ίδιο μήκος κύματος με τον Μιχάλη Κατσαρό και με τον Δημήτρη Χριστοδούλου, αργότερα –για ν΄αναφέρω μόνο δύο, αυτούς με τους οποίους έκανα παρέα από το πρωί μέχρι (αργά) το βράδυ. Θα ξεχωρίσω όμως και τον Λεωνίδα Ζενάκο και τον Σπύρο Τσακνιά. Αυτοί που ανέφερα (αλλά και άλλοι) κάπου είχαμε ανακατευτεί στον ίδιο πηλό. Αργότερα, όταν δεν εύρισκα πια χρόνο για τα Πατάρι προστέθηκαν στους πνευματικούς τροφοδότες μου ο Γιώργος Σαββίδης και ο Κωστής Σκαλιόρας.

– Στενοί μου ποιητικοί φίλοι, πολιτικοί ή μη, ήταν επίσης ο Τίτος Πατρίκιος, ο Βαγγέλης Γκούφας, ο Φίλιππος Ηλιού. Αυτά που μου έδωσε το Πατάρι είναι ανεκτίμητα. Ακόμα και η εκδοτική μου περιπέτεια με τα ποιήματα του Μαγιακόφσκυ που όλα τα βιβλιοπωλεία τα  φοβήθηκαν  και αρνήθηκαν να τα πάρουν !

– Ο επόμενοί  στενοί μου φίλοι ήταν συνάδελφοι ή μαθητές μου στη Σχολή Κινηματογράφου, όπως ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος και ο Ηρακλής Παπαδάκης.

– Στην τύχη δεν μπορώ να πω ότι δεν πιστεύω, όταν –κατ΄αρχήν- είμαι ακόμα  ζωντανός ύστερα από τα όσα έζησα. Μου έχουν ανοίξει φάκελο διάφορες Πολιτικές Αστυνομίες. Στην Ελλάδα,  στην Αμερική, στη Γαλλία, ακόμα και στην Ισπανία του Φράνκο. Μάλιστα παρά λίγο να πέσω θύμα (πολιτικής) δολοφονίας. Δυο φορές. Παρά τρίχα τη γλίτωσα. Η βασική μου τύχη είναι ότι σπάνια έχω ταλαιπωρηθεί στο να ζητάω δουλειά. Δεν είχα ποτέ μάνατζερ, αλλά πάντα κάποιος με ζητούσε. Είχα και μια άτυχη τύχη. Όταν η ταινία μου ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΟ  άνοιξε το Φεστιβάλ του Νέου Κινηματογράφου του Υέρ, το 1967, στη Γαλλία. Άτυχη γιατί ήταν η 21η Απριλίου εκείνη την ημέρα, ημέρα του χουντικού Πραξικοπήματος. Τυχερή, γιατί χάρη στην προβολή της ταινίας στη Γαλλία μου ζητήθηκε να συνεργαστώ με τη Γαλλική Τηλεόραση, για τη οποία γύρισα έκτοτε  100 περίπου ταινίες – ταινίες που αγαπώ ακόμα πολύ… Αλλά η ζωή μου είναι γεμάτη και από απίστευτες συμπτώσεις. Κάποτε θα γράψω και γι΄αυτές.

– Υπάρχει η λανθασμένη εντύπωση ότι δύο είναι οι κινηματογράφοι : η φιξιόν και το ντοκιμαντέρ. Ο Αιζενστάϊν θα σας πει ότι είναι ένας. Και μάλιστα εγώ θα πρόσθετα ότι, όπως όλες οι τέχνες, όλος ο κινηματογράφος είναι φιξιόν. Μόνο η φωτοκόπια είναι ντοκουμέντο. Αν βάλεις το μάτι σου (ή μια κάμερα) σε μια τρύπα και παρακολουθείς κρυφά μια κρεβατοκάμαρα, αυτό είναι ντοκουμέντο, δεν είναι ντοκιμαντέρ. Όταν η κάμερα είναι μέσα στην κρεβατοκάμαρα η ταινία θα είναι φιξιόν. Όταν δε αυτό που γυριστεί υποστεί μοντάζ και τη λοιπή επεξεργασία θα είναι ακόμα πιο φιξιόν. Λέμε ντοκιμαντέρ την ταινία που γυρίζεται χωρίς ηθοποιούς, αλλά με τα πρόσωπα που ζουν (ή έζησαν) κάποιο επεισόδιο. Ό,τι κινηματογραφούμε δεν είναι αναγκαστικά «κινηματογράφος», δηλαδή τέχνη. (Δηλαδή ποίηση !). Μπορεί να είναι μια εγχείρηση την οποία γυρίζουμε και μοντάρουμε για καθαρά ψυχρούς επιστημονικούς λόγους και όχι για να οδηγήσουμε τα μέλη ενός ιατρικού συνεδρίου στην «των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν». Έχω γυρίσει 10 χειρουργικές ταινίες, ανοιχτής καρδιάς, δεν τις έχω βάλει στο CV μου. Μια απολογία στο δικαστήριο μπορεί να είναι φιξιόν. Μια δικαστική απόφαση  είναι ντοκουμέντο. Το ένα είναι ποίηση ή άγαλμα, το άλλο είναι μια ακατέργαστη στήλη. Πράγματι ο κινηματογράφος-αλήθεια, μου είπε ο Εντγκάρ Μορέν, «είναι αυτός που ψάχνει αυτό που κρύβεται πίσω απ΄αυτό που φαίνεται». Για να μου πει ότι το σινεμά δεν ψάχνει το αυταπόδεικτο. Όλο το σινεμά. Η αλήθεια είναι πάντα κρυμμένη πίσω από αυτό που φαίνεται. Αλλά την ανακαλύπτουμε ένας-ένας χωριστά. Άρα θα είναι πολλές οι αλήθειες. Ενώ αυτή που φαίνεται, φαντάζει ως μία. Η φιξιόν είναι μία από τις πολλές που είναι κρυμμένες.

-Για να είσαι καλός (με την αρχαία έννοια του ¨ωραίος¨) πρέπει, κατ΄αρχήν,  κάποιο μέρος του δεξιού ημισφαίριου του εγκεφάλου σου να είναι ιδιαίτερα αναπτυγμένο με στοιχεία που μας είναι άγνωστα μεν αλλά που μας είναι γνωστό το αποτέλεσμα. Το οποίο λέγεται ταλέντο. Αυτό που κάνεις πρέπει να είναι πλούσιο σε ποιότητα, σε δύναμη επιρροής, σε αισθητική και ηθική ομορφιά, πλούσιο όπως τα «τάλαντον» που είχε θεσπίσει στην εμπορικές συναλλαγές ο Σόλων. Αλλά δεν φτάνει το κομμάτι εκείνο του εγκεφάλου. Χωρίς την παιδεία, χωρίς δηλαδή την διαρκή σύγκρουση και δοκιμασία των γνώσεών που έχεις ήδη αποκτήσει με αυτές που συνεχίζουν να έρχονται (γιατί δεν τελειώνουν ποτέ) το ταλέντο σου θα είναι φτωχό, δηλαδή το πολύ-πολύ θα παραμείνεις ένας «naïf». ένας λαϊκός καλλιτέχνης. Δεν θα οδηγήσεις τον θεατή σου σε θυμικό οργασμό. Εγώ νομίζω πως είμαι «καλός» αλλά δεν ξέρω γιατί. Περιμένω να μου πουν οι τρίτοι το γιατί. Και νομίζω  ότι είμαι καλός γιατί κάθε φορά που κοιτάζω μια ταινία μου, την βρίσκω πολύ καλή. Αν ήμουν σε κριτική επιτροπή τις ταινίες μου πάντοτε θα βράβευα !

– Ένα ανήσυχος άνθρωπος –ιδιαίτερα ένας σκηνοθέτης, δηλαδή ένας ποιητής- δεν θα αποφύγει την ταραχώδη ερωτική ζωή, τις συγκινήσεις και τα ερεθίσματα. Η θεωρία μου πάντως είναι πως, όταν γυρίζεις μια ταινία πρέπει να είσαι συγκρατημένος και να μην δείχνεις καμιά συναισθηματική προτίμηση, ιδιαίτερα ερωτική, γιατί αυτό θα έχει διαλυτικές ιδιότητες, μπορεί να σου κάνει μεγάλη ζημιά στο ίδιο το γύρισμα. Μπορείς να περιμένεις την περίοδο του μοντάζ… Πάντως δεν είναι αναγκαστικά  ο ερωτευμένος που κάνει τις καλές ταινίες. Συχνά, η ψύχραιμη ιδιοσυγκρασία είναι πιο αποδοτική, τουλάχιστο σε πνευματικότητα. Όλοι υπήρξαμε ερωτευμένοι. Ο Έρωτας είναι η κορύφωση συναισθηματικής υγείας. Αλλά μπορεί να είναι και μια διαστροφή, δηλαδή αρρώστια. Θα βρούμε τη διαστροφή σε όλα τα σταυροδρόμια της ζωής.

– Δεν έχω μετανιώσει για τίποτα και για κανένα ρίσκο. Με απόλυτη συνείδηση άρχισα την πορεία μου (μ΄ενοχλεί ο όρος «καριέρα») κάνοντας ταυτόχρονα ντοκιμαντέρ και μεγάλους μήκους ταινίες. Στις δε τελευταίες -μη έχοντας ιδιωτικά χρήματα δικά μου ή τρίτων- έβαζα κάθε φορά τη μπάρα όλο και ψηλότερα ώστε να φτάσω εκεί που στόχευα από την αρχή. Το Φεστιβάλ Βενετίας –και το κοινό του- θεωρεί την ταινία μου «LILLYS STORY» μια από τις σημαντικότερες που έχει δείξει στην ιστορία του –και συμφωνώ μαζί του. Για ένα πράγμα μόνο έχω μετανιώσει. Που θεώρησα πως ο Έλληνας πατέρας πρέπει να είναι αυστηρός με το γιο του. (Με παρέσυραν οι αμερικάνικες συνήθειες).

– Τα ταξίδια, και την πρώτη φορά (Εμφύλιος) και τη δεύτερη (Χούντα), τα άρχισα για ν΄αφήνω πίσω μου τη μοναξιά της εξορίας. Αλλά κέρδισα πολλά απ΄αυτά. Γνώρισα τον κόσμο όπως είναι και όχι όπως μας τον διαφημίζουν. Ο Οδυσσέας πάντα επιστρέφει σοφότερος ύστερα από ένα μακρινό φιλοσοφικό ταξίδι.  Νομίζω με τις ταινίες μου για τα Μπλουζ έγινα πολύ σοφότερος. Κυρίως στις φυλακές και στα καμπαρέ των Μαύρων. Το μάθημα από τη λαϊκή σοφία και ευγένεια των Μαύρων είναι αυτό που είπε νωρίτερα ο Δημόκριτος : «Ανδρός σοφού πάσα γη βατή, ψυχης γαρ αγαθής πατρίς ο κόσμος σύμπας». Ήμουν κι εγώ εξόριστος και μπορούσα να καταλάβω τι σημαίνει εξόριστος στον τόπο σου. Μόνο που ο «τόπος» ανήκει σ΄αυτούς που έχουν «ευγένεια ψυχής» και σε κανέναν άλλον.

-Το παρελθόν ; Το παρελθόν με κυνηγάει, δεν μ΄αφήνει ήσυχο. Περισσότερο από κάποιον που έχει κάνει ανεπανόρθωτο έγκλημα – ενώ εγώ δεν έχω πειράξει ούτε μύγα στη ζωή μου. Ίσως γιατί το παρελθόν μου είναι συνδεδεμένο με σοβαρά γεγονότα. Και όχι μόνο στην Ελλάδα. Πρέπει να γράψω τις αναμνήσεις μου, τα όσα (άγνωστα) ξέρω. Είχα γράψει για το εαυτό μου διάφορα εγχειρίδια που με βοηθούσανε στα σενάριά μου. Τα εκδίδω τώρα ένα-ένα και για τους άλλους. Το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΔΙΧΑΣΜΟΥ, το ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ Της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ, τη ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ. Βιβλία που δεν υπήρχαν στην αγορά. Έχω γράψει  12 βιβλία. Το πρώτο, σε ηλικία 17 χρονών. Ποιήματα, όπως άλλοι 300.000 Έλληνες (από τότε που κατατίθεται αντίτυπο στην Εθνική Βιβλιοθήκη). Πάντως, με τα «Σκαλοπάτια» (ήταν ο τίτλος του) ανέβηκα τα σκαλιά που οδηγούσαν στο Πατάρι του Λουμίδη. Ήταν το ¨λογοτεχνικό μου διαβατήριο¨.  (Φέτος βγαίνουν δύο βιβλία -3 με τη «Δίκη του Αλκιβιάδη»- το «Χρονολόγιο της Ελληνικής Αρχαιότητας» και μια διασκευή του μυθιστορήματος του Γιώργου Σεφέρη «Έξι Νύχτες στην Ακρόπολη»). Αυτό δεν είναι άλλωστε το να είσαι «ενεργός πολίτης» ; «Ιδιώτη» λέγαν οι Αθηναίοι τον μη ενεργό πολίτη. Η λέξη έγινε idiotidiote (βλάξ) στις άλλες γλώσσες. Αλλά ο ενεργός πολίτης πρέπει να ασχολείται και με τα της πόλεως. Να είναι πιο ενεργός και από τον πολιτικό. Όπως ο Αριστοφάνης απέναντι στον Κλέωνα, με κίνδυνο να φάει το κεφάλι του.

– Είναι πιο εύκολο να είσαι παππούς από πατέρας. Σαν πατέρας, αισθάνομαι μονίμως σαν τον Λάιο. Που τον κατασπάραξε ο γιος του ο Οιδίποδας. Είχα εγκαταλείψει κι΄εγώ το γιο μου πάνω στις Άλπεις, να τον φάνε οι καλόγριες.

– Αυτό με φέρνει στο ερώτημα για την πατρίδα.  Δεν νομίζω να είπα ποτέ πως είμαι χωρίς πατρίδα. Μόνιμος εξόριστος, ναι. Παντού, ακόμα και στην Ελλάδα.  Στη Γαλλία με βλέπουν σαν Έλληνα, στην Ελλάδα σαν να αυτομόλησα από τη χώρα  και να κατατάχτηκα στη  (γαλλική) Λεγεώνα των Ξένων !  Εννοώ αυτούς που μανιπουλάρουν τα πλήθη. Από τις πολιτιστικές νησίδες όμως, όπως η Τηλεόραση της Βουλής και το Φεστιβάλ της Ολυμπίας, δεν έχω βέβαια παράπονο. Το ότι είμαι πολίτης του κόσμου –σαν τον Διογένη- αυτό είναι αλήθεια. Αλλά, όπως λέω και σε μια ταινία μου, πατρίδα μου είναι η γλώσσα μου. Αν κάτι μου λείπει από την Ελλάδα είναι η Ελλάδα που έφτιαξα με τα χέρια μου, όση ήταν, και που μου την πήραν και την ξεπούλησαν όσο-όσο.

– Απώτερο σκοπό δεν έχω, δεν είχα. Στα νιάτα μου ήθελα κι΄εγώ να φέρω τον κόσμο στα μέτρα μου. Αλλά μου είχαν ράψει κοστούμι πολύ μεγαλύτερο από το μπόι μου –το πολιτικό. Είμαι ευχαριστημένος που γεννήθηκα Έλληνας, το ομολογώ. Δεν θα ήθελα με τίποτα να γεννηθώ Γερμανός ή Λιθουανός ή Σκύθης (σαν τον Στάλιν, γιατί δεν ήταν καν Γεωργιανός, ήταν από φυλή Σκυθών). Αλλά λυπάμαι που μόνο τη μουσική του Μίκη έχουμε να εξάγουμε σήμερα. Θα ήθελα να είχαμε και κάτι ακόμα. Μια αρχή σαν αυτή που καθοδηγεί τις πράξεις μου. Κάτι σαν την Δημοκρατία. Την οποία είχαμε (όταν ήμασταν Αρχαίοι…) και τη  χάσαμε. Εννοώ την λαϊκή δημοκρατία των Αθηναίων του 5ου π.Χ. αιώνα.  Η αρχή μου είναι η δημοκρατία. Αυτή έμαθε τον κόσμο να διαβάζει και να ξεχωρίζει τι είναι ποίηση και τι δεν είναι. Τι είναι πολιτική και τι δεν είναι. Και θα τον μάθαινε σήμερα τι είναι κινηματογράφος και τι δε είναι. Τι είναι υπουργός πολιτισμού και τι δεν είναι. Τι είναι διευθυντής φεστιβάλ και τι δεν είναι.  Συνεπώς, τι είναι ντοκιμαντέρ και τι δεν είναι. Θα μπορούσα να πω κι΄εγώ «είμαι μαρξιστής-πεσιμιστής». Αλλά η λέξη Δημοκράτης τα λέει όλα όσα είμαι. Και η Δημοκρατία ήταν πάντα έννοια επαναστατική. Τώρα, αν θέλετε να προσθέσω κι΄έναν απώτερο σκοπό –που ποτέ δεν πρόκειται να επιτευχθεί- είναι να μάθω επιτέλους τι έχει προηγηθεί του Bing Bang !

Ροβήρος Μανθούλης

Ένας Αναγεννησιακός άνθρωπος

Συνέντευξη στην Τέα Βασιλειάδου εφημερίδα Ημερησία (25 Ιουλίου 2009)

Ένας Αναγεννησιακός άνθρωπος
Από τον κινηματογράφο στην τηλεόραση και από την ποίηση στα ιστορικά βιβλία και στο μυθιστόρημα. O Ροβήρος Μανθούλης παραμένει έως σήμερα ένας πολυτάλαντος καλλιτέχνης και κυρίως ένας ενεργός πολίτης

Από τον κινηματογράφο στην τηλεόραση και από την ποίηση στα ιστορικά βιβλία και στο μυθιστόρημα. O Ροβήρος Μανθούλης παραμένει έως σήμερα ένας πολυτάλαντος καλλιτέχνης και κυρίως ένας ενεργός πολίτης. Ακούραστος και πολυπράγμων φέγγει στα μάτια μου σαν ένας Αναγεννησιακός άνθρωπος. Αντίσταση, Πολιτικές Επιστήμες στην Πάντειο, ποίηση, σπουδές για Κινηματογράφο και Θέατρο στο Πανεπιστήμιο Syracuse της πολιτείας της Νέας Υόρκης. Προσφορά στην τηλεόραση τεράστια. Περισσότερες από 120 ταινίες στο ενεργητικό του. Είναι σίγουρα ο πατέρας του ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα. Συνέχεια