Μια ανέκδοτη ταινία για τον Αλεξάκη

Vassilis Alexakis / Βασίλης Αλεξάκης

1994-1995. Ντοκιμαντέρ. ΒΕΤΑ, έγχρωμη, 52’ (γαλλική βερσιόν) και 45’ (ελληνική βερσιόν). Για τη σειρά «Έξι δημιουργοί σε αναζήτηση προσώπων».

Ήταν μια αληθινή έκπληξη για μένα όταν στην αρχή της χρονιάς έβαλα στο βίντεο μια «ξεχασμένη» ταινία του Ροβήρου Μανθούλη. Δεν ήταν πολύ παλιά, το 94-95 γυρισμένη, αλλά έμενε όλα αυτά τα χρόνια θαμμένη στο διαμέρισμα της οδού Edmond Godinet στο Παρίσι κάτω από ένα σωρό παλιών βιντεοκασετών. Μια ταινία για τον Βασίλη Αλεξάκη που δεν έχει παιχτεί ποτέ και πουθενά!  Και φυσικά δεν ήταν μια ταινία που έπρεπε να μείνει στο περιθώριο.

Η ταινία αποτελούσε το πρώτο επεισόδιο αλλά και το δείγμα μιας πρωτότυπης πρότασης για μια τηλεοπτική σειρά έξι ντοκιμαντέρ κάτω από το γενικό τίτλο «Εξι δημιουργοί σε αναζήτηση προσώπων» αναστροφή του  τιτλου του θεατρικού έργου του Πιραντέλο «ΕΞΙ ΠΡΟΣΩΠΑ ΖΗΤΟΥΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ». Γυρίστηκαν μάλιστα δυο βερσιόν, μια γαλλική διάρκειας 52 λεπτών και μια ελληνική 45 λεπτών.

Σε αυτή τη σειρά η κάμερα ξεφεύγει από τα συνηθισμένα μονοπάτια των κινηματογραφικών πορτραίτων που στηρίζονται κυρίως σε μια ή περισσότερες συνεντεύξεις με τον δημιουργό και κάποια πλάνα από την ιδιωτική και δημόσια ζωή του.  Εδώ, η κάμερα  παρακολουθεί για ένα μεγάλο διάστημα έναν συγγραφέα την περίοδο δημιουργίας ενός έργου και ο σκηνοθέτης γίνεται ενεργό πρόσωπο στην εξέλιξη της ιστορίας.

Με στοιχεία που του παρέχουν οι σελίδες του υπό διαμόρφωση βιβλίου, γράφει διαλόγους και δημιουργεί δραματοποιημένες σκηνές ζωντανεύοντας τους ήρωες του συγγραφέα που φαίνονται όχι μόνο να παίρνουν σάρκα και οστά αλλά και να αυτονομούνται. Κατά κάποιο τρόπο ο σκηνοθέτης συμπληρώνει το μυθιστόρημα κινηματογραφικά!

Ουσιαστικά η ταινία δεν είναι παρά ένας διάλογος ανάμεσα σε δυο δημιουργούς, τον σκηνοθέτη και τον συγγραφέα με τον καθένα να χρησιμοποιεί τα δικά του εκφραστικά μέσα.

Στη συγκεκριμένη, πρώτη  ταινία της σειράς, παρακολουθούμε τον Βασίλη Αλεξάκη, το μεγάλο έλληνα συγγραφέα που ζει μόνιμα στη Γαλλία, την περίοδο που έγραφε το βιβλίο του «Η μητρική γλώσσα». Στις δραματοποιημένες σκηνές παίζουν ερασιτέχνες ηθοποιοί από την Ελληνική Κοινότητα του Παρισιού.

Δυστυχώς η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αυτή πρόταση δεν βρήκε αποδέκτες ούτε στη Γαλλία ούτε στην Ελλάδα κι έτσι έμεινε στο «ράφι».  Καιρός όμως είναι, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά,  να συναντήσει το κοινό της μέσα από το ανοιχτό πεδίο του διαδικτύου, σε πρώτη φάση. Απολαύστε την!

ΝΙΚΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

Οι κλακέτες μου

Διαρκεί μόλις 4 λεπτά. Η μικρότερη ταινία του Ροβήρου Μανθούλη.

Κι όμως, έστω και αφαιρετικά, συμπυκνώνει το μεγάλο ταξίδι του σκηνοθέτη στον χώρο του κινηματογράφου.

Η ταινία αποτελείται από τα άχρηστα κομμάτια μιας κινηματογραφικής λήψης, αυτά  στα οποία αποτυπώνεται η κλακέτα προκειμένου να γίνεται ο προσδιορισμός του πλάνου και της λήψης αλλά και ο συγχρονισμός με τον ήχο.

Το τετράλεπτο αυτό φιλμάκι φτιάχτηκε το 1982 για να προβληθεί στην εκπομπή Juste une image – Mονάχα μια εικόνα του γαλλικού καναλιού Antenne 2. Απολαύστε το

Ταινίες που βρέθηκαν, ταινίες που αναζητούνται

attentionΑισιόδοξα νέα μας έρχονται αυτές τις μέρες από το  Εθνικό Οπτικοακουστικό Αρχείο.

Βρέθηκαν ήδη 3 από τις χαμένες ταινίες μου. Τα ντοκιμαντέρ που γυρίσαμε, τη δεκαετία του 60, με τον Ηρακλή Παπαδάκη και τον Φώτη Μεσθεναίο (μετά την ίδρυση της ‘Ομάδας των 5’) έχουν κάπου χαθεί ανάμεσα στο σπίτι του Διαγόρα Χρονόπουλου και στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος.

Βρέθηκαν οι ταινίες :

1. Η ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΗ ΔΥΝΑΜΗ

(Βραβείο Καλύτερης Ταινίας Ντοκιμαντέρ, Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, 1963)

16 χιλ., 22 λεπτά, έγχρωμη,

γυρισμένη στα Ζαγόρια, με έδρα το Μονοδέντρι του Άγγελου Κίτσου (η πρώτη ταινία που γυρίστηκε στα Ζαγόρια) σε συνεργασία με τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, με θέμα την Κοινοτική Ανάπτυξη, ένα πρόγραμμα του ΟΗΕ του οποίου είχε αναλάβει τη διάδοση στην αγροτική Ελλάδα, με τις δύο ταινίες που γυρίσαμε, το τότε Βασιλικό Εθνικό Ίδρυμα (κάτι σαν την Βασιλική Κινηματογραφική Μονάδα, την Crown Film Unit, του Γκρήρσον!). Συνέχεια

Οι ταινίες του αφιερώματος

Ροβήρος Μανθούλης – 50 χρόνια δημιουργίας

Αφιέρωμα στη Βουλή τηλεόραση

Έναρξη: 2 Οκτωβρίου 2008(σημ. το πρόγραμμα προβολής των ταινιών δεν έχει ανακοινωθεί ακόμα από το κανάλι)

 

¨ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ, ΜΙΑ ΖΩΗ : ΡΟΒΗΡΟΣ ΜΑΝΘΟΥΛΗΣ¨, 1996

του Κωνσταντίνου Μωριάτη

Ένα πορτρέτο του Μανθούλη, με όλες τις φάσεις της σταδιοδρομίας του και με το σύνολο της σκηνοθετικής του πορείας, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, με αποσπάσματα από 25 ταινίες του. Το πορτρέτο γυρίστηκε κατά παραγγελία της ¨Θεσααλονίκης – Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης¨ σε συμπαραγωγή με την ΕΡΤ.

Τ α ι ν ί ε ς τ ο υ Μ α ν θ ο ύ λ η :

¨ΛΕΥΚΑΔΑ, ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ¨, 1958

Οι ποιητές δεν είναι μόνο ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης και ο Άγγελος Σικελιανός, αλλά όλοι οι Λευκαδίτες. Η ταινία γυρίστηκε με την ευκαιρία μιας θεατρικής παράστασης με το έργο του Ουίλιαμ Σαρόγιαν «Η Καρδιά μου κει πάνω στα Ψηλά» που ανέβασε ο Μανθούλης στο Φεστιβάλ Λόγου και Τέχνης της Λευκάδας (το πρώτο φεστιβάλ που ιδρύθηκε στην Ελλάδα, παράλληλα με το επίσημο Φεστιβάλ Αθηνών). Φωτογραφία του Φώτη Μεσθεναίου και αφήγηση του Μανθούλη με τη φωνή του Θάνου Κωτσόπουλου.

Η «Λευκάδα» είναι το πρώτο ελληνικό ¨Δημιουργικό Ντοκιμαντέρ¨ (και η πρώτη ταινία του Ροβήρου Μανθούλη) που οδήγησε στην ¨Ομάδα των Πέντε¨ και στις ιμπρεσιονιστικές ποιητικές ταινίες της που αποσπούσαν κάθε φορά τα βραβεία του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης κατά την δεκαετία του 60.

«ΨΗΛΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΧΙΤΛΕΡ» 1962

Βραβείο Κριτικής

Μια ταινία που αποτελεί σταθμό στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου και μεταδίδεται συχνά στις εθνικές επετείους. Με την κλασική πια ερμηνεία του εκπληκτικού ντουέτου Βασίλης Διαμαντόπουλος και Θανάσης Βέγγος (ο οποίος βραβεύεται για πρώτη φορά «Καλύτερος Ηθοποιός της Χρονιάς»).

Γράφει ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος :

«Δυο χρόνια αργότερα (μετά από δυο εμπορικές ταινίες) ο Μανθούλης κάνει πλεόν την τομή με το ¨Ψηλά τα Χέρια Χίτλερ¨. Το 1962 η Ελλάδα ζει υπό καθεστώς λογοκρισίας. Και στο φιλμ έχουμε ένα θέμα πολιτικό, ένα θέμα από τη Γερμανική Κατοχή, μέσα στο οποίο υπάρχει πολιτική συνείδηση. Πώς θα γίνει : Θα γίνει με την κωμωδία. Το έχει δείξει ο Τσάπλιν, τον έχουν δείξει και άλλοι το δρόμο, ο Μανθούλης τα ξέρει αυτά῾

Γράφει η Αγλαϊα Μητροπούλου :

«Είναι η πρώτη φορά που ο ελληνικός κινηματογράφος καταπιάνεται με το θέμα της αντίστασης στη Γερμανική Κατοχή μέσα από ένα πρίσμα χιουμοριστικό. Οι αντιήρωες του Μανθούλη είναι δύο φίλοι που παλεύουν να επιζήσουν, ένας τρίτος φίλος τους δίνει να μεταφέρουν έναν ασύρματο κι από κει αρχίζει η πορεία όπου η γενναιότητα των ανθρώπων είναι κοντρολαρισμένη από τη χρυσή τομή της καθημερινότητας που την αναδεικνύει και την δοξάζει».

Αξίζει να σημειωθεί ότι, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, στις αίθουσες όπου παίζονταν η ταινία, όταν άρχιζε το τραγούδι του Μίκη (σε στίχους Χριστοδούλου και με τη φωνή του Μπιθικότση) οι θεατές φώναζαν συνθήματα κατά της Χούντας, σταματούσε η προβολή, έμπαινε η αστυνομία και γίνονταν συλλήψεις…

¨ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΟ¨

Χρυσό Βραβείο Σκηνοθεσίας, Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, 1966

Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής, Φεστιβάλ Λοκάρνο, 1967

Μια καυστική (και προφητική) σάτιρα της ανερχόμενης χουντικής αστικής τάξης. Με τον Κώστα Μεσάρη, τη Θεανώ Ιωαννίδου και την Ελένη Σταυροπούλου στους βασικούς ρόλους.

( Με το «Πρόσωπο με Πρόσωπο» επιλέγει να κάνει έναρξη το Φεστιβάλ Νέου Κινηματογράφου στο Υέρ της Γαλλίας. Η ημέρα που ανοίγει το φεστιβάλ είναι η 21η Απριλίου 1967, η ημέρα του χουντιικού πραξικοπήματος. Η ταινία του απαγορεύεται από τη Χούντα και ο Μανθούλης αναγκάζεται να παραμείνει εξόριστος στη Γαλλία ).

Γράφει ο Henry Chapier στην “Combat” :

“Υπάρχει στο Μανθούλη μια πύρινη ευαισθησία, σαρκική θα έλεγα, που αγκαλιάζει τους ήρωές του και τους ζωντανεύει. Ένα προσόν πολύ σπάνιο σε μια εποχή στην οποία πολλοί αρέσκονται στη συγκεχυμένη αφαιρετικότητα, στην απουσία του αυθόρμητου και του φυσικού και σε μια εγελιανή ακαταλαβίστικη γλώσσα για να κρύψουν το κενό. Αν προτιμάτε τον άνθρωπο από τις θεωρίες του, σπεύσετε να δείτε το «Πρόσωπο με Πρόσωπο» ”.

Γράφει ο Βασίλης Ραφαηλίδης στη ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ :
’’Δεν είδαμε ποτέ ελληνική ταινία που να καταργεί με τέτοια γνώση και συνέπεια τους τετριμμένους ακαδημαϊσμούς, δεν είδαμε ποτέ μια τέτοια εκφραστική άνεση, που έρχεται ως συνέπεια μιας σχεδόν απόλυτης παραγραφής των αφηγηματικών συμβάσεων και μεταχειρίζεται το «πλάνο σεκάνς» με τόσο πετυχημένο τρόπο. Δεν νομίζουμε πως η ταινία υστερεί και πολύ από τα ανάλογα πειράματα του μοντέρνου ευρωπαϊκού κινηματογράφου’’.

Γράφει ο Pierre Mazars στη FIGARO :
’’Το «Πρόσωπο με πρόσωπο» ανήκει στην ευτυχή εκείνη κατηγορία των ταινιών που δυσκολεύεσαι να τις διηγηθείς. Θα δώσεις μεν το ουσιώδες από την πλοκή, αλλά την ίδια στιγμή το άρωμα αυτής της έξοχης ταινίας θα το δεις να εξατμίζεται. Γιατί όλη η ευχαρίστηση που σου προκαλεί η ταινία έγκειται στην σκηνοθεσία, στην ευκινησία με την οποία ο σκηνοθέτης εμφανίζει τα πρόσωπα περιπαίζοντάς τα ταυτόχρονα. Έγκειται κυρίως στη διαρκή εφευρετικότητα που ανανεώνει τις περιπέτειες και τις καταστάσεις. Δείτε, για παράδειγμα, πώς ο Ροβήρος Μανθούλης περιγράφει τους αδηφάγους επισκέπτες σ’ ένα κοκτέιλ-πάρτι, ή την μυστική συνάντηση δύο ερωτευμένων και θα του αναγνωρίσετε ένα ταλέντο, μια φινέτσα πολύ ανώτερη από κάποιους συμπατριώτες μας, που πολύ τους θαυμάζουν οι δικοί μας κινηματογραφόφιλοι, όπως… Αλλά τι να λέμε τώρα ονόματα. Με δυο λόγια, ιδού ένα φιλμ το οποίο από τη μια άκρη ως την άλλη έχει γοητεία, χάρη και ειρωνεία’’.

Γράφει η Sophie Breuil στην HUMANITÉ :
’’ ’To έργο του Μανθούλη είναι τόσο στενά δεμένο με την ελληνική πραγματικότητα που η αυθεντικότητά του ξεπερνάει τα γεγονότα τα οποία εκφράζει και εγγράφεται, με τρόπο βαθύτατα αξιοκρατικό, στην ιστορική συνέχεια. Έτσι, το «Πρόσωπο με πρόσωπο» παραμένει απόλυτα σύγχρονο ακόμα κι όταν οι καταστάσεις που εκθέτει έχουν ξεπεραστεί από την πορεία του χρόνου. Όλα εδώ λέγονται μ’ ένα μίγμα σοβαρότητας και ειρωνείας πολύ λεπτό και πολύ πρωτότυπο. Είναι ένα φιλμ τέλεια φτιαγμένο, χωρίς καμιά κοιλιά. Η κινηματογραφική αφήγηση διατηρεί το ξύπνιο και σατιρικό ύφος της, συχνά πέρα για πέρα κεφάτο και αστείο, μερικές φορές άγρια καυστικό’’.


Γράφει ο JeanPierre Jeancolas στο JEUNE CINÉMA :
’’ Ένα φιλμ πολύ καθαρό, πολύ σωστά τοποθετημένο και πολύ όμορφο. Ο Μανθούλης μας κρατάει με κομμένη την ανάσα, με μια τέλεια σιγουριά. Η ταινία του σπαρταράει από εφευρετικότητα και οι εικόνες του από ευρήματα (τα όνειρα του Δημήτρη). Έχει το βάρος μιας πολύ μεγάλης αξιοπρέπειας, στην οποία μετέχει σημαντικά, στην ηχητική μπάντα, ένα θαυμάσιο ποίημα του

Δημήτρη Χριστοδούλου’’.

Γράφει ο Jean-Louis Pays στο POSITIF :
’’Το «Πρόσωπο με πρόσωπο» είναι ένα φιλμ που μεταχειρίζεται την τραγωδία με χιούμορ και αποκαλύπτει, στην άσκηση μιας φόρμας ανατρεπτικής μια μαστοριά, μια ελευθερία ύφους και μια ευελιξία της αφήγησης που πολύ σπάνια συναντιέται. Ο Μανθούλης χρησιμοποιεί ένα μάτσο από βέλη ειρωνικά, κωμικά, ερωτικά, σοβαρά και δραματικά που καρφώνονται, παλλόμενα από ευχαρίστηση (γιατί το φιλμ είναι διασκεδαστικό και γελάς συχνά) στα πιο ευαίσθητα σημεία της βασιλεύουσας αστικής τάξης που είναι αχόρταγη, χυδαία, επικίνδυνη, αλλά ευάλωτη. Αυτή η ταινία προχωράει μόνο με απότομες αλλαγές τόνου και ύφους, ποδοπατώντας χαρούμενα τις συμβατικότητες της κινηματογραφικής γλώσσας, αλλά εγγράφοντας αυτές τις δονήσεις σε μια εσωτερική λογική, η οποία τελικά την βοηθάει να διατηρήσει

την ενότητά τη’’ς.

Γράφει ο Louis Marcorelles στην εφημερίδα LE MONDE :

’’Το «Πρόσωπο με πρόσωπο» κέρδισε το Βραβείο Σκηνοθεσίας και ένα ενθουσιώδες νεανικό κοινό στεφάνωσε τον Μανθούλη ηθικό νικητή του Φεστιβάλ. Η ταινία αξίζει να αναλυθεί και να μελετηθεί τόσο για τις ιδιαίτερες συνθήκες της παραγωγής της, όσο και για το περιεχόμενο και το ύφος της. Ένα περίεργο μίγμα Αντονιόνι, για το εικαστικό στυλιζάρισμα, και Γκοντάρ, για το κομμάτιασμα της αφήγησης, μας κρατάει συνεχώς σε απόσταση από τα γεγονότα.

Ένα φιλμ έξυπνο και οξύτατο’’.

Γράφει ο Marcel Martin στο CINÉMA 66
’’Το «Πρόσωπο με πρόσωπο» είναι μια εκπληκτική κοινωνική και πολιτική σάτιρα, εκπληκτική για την τόλμη και την ποιότητά της. Το φιλμ μας την διηγείται με γρήγορο και σταθερό ρυθμό, με μια διασκεδαστική διάθεση και με μια πονηρή κακία δοσμένη με μεγάλη μαεστρία. Είναι μονταρισμένη με επεισόδια ονειρικά και φανταστικά’’.

Γράφει ο Gérard Gozlan στην NOUVELLE CRITIQUE :
’’Σ’ αυτό το φιλμ, ο Μανθούλης αποκαλύπτει μια σπάνια μαεστρία στον έλεγχο των διαφόρων στοιχείων της σκηνοθεσίας, τόσο με την ελευθερία του ύφους όσο και με την ευλυγισία της κινηματογραφικής γραφής. Το «Πρόσωπο με πρόσωπο» είναι αναμφισβήτητα ένα από τα καλύτερα δημιουργήματα των νέων ευρωπαϊκών κινηματογράφων, ένα από τα σημαντικότερα’’.

Γράφει ο G. Chareusol στο NOUVELLES LITTERAIRES :
’’Αυτή η ταινία είναι μια πολύτιμη μαρτυρία για την εποχή της και τη χώρα της. Το «Πρόσωπο με πρόσωπο» είναι το πρώτο φιλμ της Ελλάδας που μας βάζει, απέναντι στην πραγματική ζωή της. Για μας είναι ένα από τα πιο σημαντικά έργα που έχουμε δει εδώ και χρόνια’’.

Γράφει ο Philippe Pilard στο IMAGE ET SON :
’’Το στυλ του Μανθούλη θυμίζει συχνά τον Μπουνιουέλ. Η ίδια ακρίβεια στην παρατήρηση, το ίδιο ψύχραιμο πάθος, οι ίδιες ονειρικές παρενθέσεις. Το «Πρόσωπο με πρόσωπο» ξεχωρίζει καθαρά από τις παραγωγές οι οποίες στην δυτική Ευρώπη θέλουν να λέγονται νέος κινηματογράφος. Ξεχωρίζει, γιατί ο Μανθούλης
έχει κάτι να πει’’.

¨ΜΠΛΟΥΖ ΜΕ ΣΦΙΓΜΕΝΑ ΔΟΝΤΙΑ¨

Επίσημη Συμμετοχή στο Φεστιβάλ Λονδίνου, 1973

¨Καλύτερη ταινία της Χρονιάς¨ (με τον ¨Γάμο της Μαρίας Μπράουν¨ του Φασμπίντερ και ¨Το Κοπάδι¨του Γκιουνέι) από τους Κινηματογραφικούς Κριτικούς των Βρυξελών, 1980.

Γράφει ο Jacques Loew στο Le Point :

¨Αυθεντικό ! Οι βετεράνοι των Μπλουζ αργοπεθαίνουν στη σκιά των γκέτο και, όπως ο Φελίνι με τους κλόουν, ο Μανθούλης πήγε να συλλέξει τους τελευταίους του αναστεναγμούς. Σοφό μωσαϊκό, από το Χάρλεμ στη Νέα Ορλεάνη. Κουβέντες, ντοκουμέντα, φιξιόν, τραγούδια, φυλακές¨

¨ LILLYS STORY ¨

Επίσημη Συμμετοχή στο Φεστιβάλ Βενετίας, 2002

Αυτή η βραβευμένη με δύο κρατικά βραβεία ταινία δεν είναι φιξιόν. Είναι μια φέτα ζωής τον καιρό της χούντας, οι παραλογικές περιπέτειες μιας παρέας γνωστών πολιτικών εξορίστων, με τα πραγματικά τους ονόματα, γύρω από την ετοιμασία μιας εξόριστης ταινίας με τη Μελίνα, μια ταινία με τον τίτλο ¨Lilly’s Story ¨που δεν τελείωσε ποτέ. Λίλη είναι η Όλια Λαζαρίδου. Πρωταγωνιστεί ο Βρούνο Πουτζουλού της Κομεντί Φρανσαίζ και ο Μηνάς Χατζησάβας (βραβείο Καλύτερου Ηθοποιού) υποδύεται τον συγγραφέα Δημἠτρη Χατζή, που θα βρεθεί εγκαταλελειμένος στο γιουγκοσλαβικό no man’s land του Σιδηρού Παραπετάσματος.

¨ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΜΙΣΙΣΙΠΗ¨

(Με την ταινία αυτή εγκαινιάστηκε το 3ο Κανάλι της Γαλλικής Τηλεόρασης, το 1973 –Συμπαραγωγή με τη Γερμανική WDR)

Ι. Πρώτο μέρος : ΤΑ ΜΠΛΟΥΖ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ

ΙΙ. Δεύτερο μέρος : ΠΩΣ ΔΡΑΠΕΤΕΥΕΙΣ ΑΠ’ ΤΟ ΓΚΕΤΟ

Γράφει η Claude Sarraute στην εφημερίδα Le Monde :

¨Υπευθυνότητα, σοβαρότητα, ακρίβεια, άρνηση και της ελάχιστης παραχώρησης στην γραφικότητα. Τους Μαύρους μπλούζμεν κινηματογραφεί μια κάμερα με την ακρίβεια του λέϊζερ. Εξαίσιο μουσικό και κοινωνιολογικό συμπόσιο καβάλα στην ύπαιθρο και στην πόλη, γλιστρώντας από το γίγνεσθαι της ζωής στο γίγνεσθαι της ψυχής, ανάμεσα στην τέχνη και στο βίωμα, μετρονόμος του χρόνου που περνάει και σβύνει¨\

¨ΜΙΑ ΧΩΡΑ, ΜΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ:

Ι. ΙΡΛΑΝΔΙΑ, Η ΜΝΗΜΗ ΕΝΟΣ ΛΑΟΥ” (1973)

Η πρώτη ταινία μιας σειράς –συνέχεια της ταινίας για τα Μπλουζ- με την οποία εισέβαλε ο ¨Κινηματογράφος –Αλήθεια¨ στη Γαλλική Τηλεόραση, 3o Κανάλι (με καθυστέρηση τουλάχιστο δέκα ετών).

Όταν οι Άγγλοι κατέλαβαν την Ιρλανδία, η τοπική γλώσσα –που είναι η γαελική- κατέφυγε στις απόμακρες γωνιές του νησιού, στο δυτικό μέρος το γεμάτο από βράχια και πέτρες. Εκεί, στην περιοχή των κρυφών σκολειών, θα βρούμε ακόμα σήμερα την αδούλωτη ιρλανδέζικη ψυχή, ιδιαίτερα τις νύχτες στα παμπ, τα γεμάτα από μουσικούς και τραγουδιστές. Η ταινία ακολουθεί τη μουσική κληρονομιά του Σον Ορίαντα, του μεγάλου αυτού συνθέτη που χάθηκε νωρίς, αφήνοντας ορφανούς πολλούς μεγάλους μουσικούς σαν τον Γουίλη Κλάνσυ¨

Γράφει ο Louis Dandrel στην εφημερίδα LE MONDE :

’’Ο Ιρλανδικός λαός γεννήθηκε με μια άρπα στο χέρι. Επειδή έπαιζε πολύ καλά, οι αιώνιοι εχθροί του οι Άγγλοι του την πήραν… Οι Έλληνες έλεγαν ότι η μουσική έχει ισχύ ανατρεπτική. Η κέλτικη άρπα συνόδευε την ανυποταγή. Με άκρα απλότητα – αλλά χωρίς αφέλεια- οι εικόνες του Ροβήρου Μανθούλη αποκαλύπτουν κάτι το ουσιώδες -πέραν από κάθε αυθεντία, πέραν από κάθε μόδα- μια γνώση και ένα τρόπο ζωής που μπορούμε όλοι να μοιραστούμε. Αυτή η ταινία δεν είναι μια απλή μαρτυρία ενός φολκλόρ που ανασταίνεται. Πίσω από τους ήχους της φλογέρας και τις συγχορδίες της άρπας αντιλαμβάνεσαι ένα ρίγος, που μπορεί να είναι το σημάδι της αρχαίας ανυπακοής’’.

“ΜΙΑ ΧΩΡΑ, ΜΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ:

ΙΙ. ΑΙΓΥΠΤΟΣ, ΟΙ ΨΙΘΥΡΟΙ ΤΩΝ ΠΥΡΑΜΙΔΩΝ” (1973)

Για τη Γαλλική Τηλεόραση ORTF, 3ο Κανάλι

Στη σκιά των μιναρέδων, οι Κόπτες ψιθυρίζουν τους ύμνους της Ελληνιστικής εποχής, Βρισκόμαστε στην πρωτεύουσα της Αραβικής μουσικής. Στην πατρίδα της θεϊκής Ουμ Καλσούμ. Της Κρατικής Ακαδημίας του Χορού της κοιλιάς. Της λαϊκής συνοικίας με τα ισλαμικά οργιαστικά τραγούδια στα σοκάκια του Λαβύρινθου που περιγράφει ο Στρατής Τσίρκας στις Ακυβέρνητες Πολιτείες.

“ΜΙΑ ΧΩΡΑ, ΜΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ :

ΙΙΙ. ΥΕΜΕΝΗ, ΑΠΟ ΤΑ ΥΨΙΠΕΔΑ ΤΗΣ ΑΡΑΒΙΑΣ” (1973)

Για τη Γαλλική Τηλεόραση ORTF-3ο Κανάλι

Η Υεμένη μπορεί να θεωρηθεί σαν η πηγή του Αραβικού έθνους. Με Γεμενίτες κυρίως πολεμιστές έκανε τους πολέμους του ο Μωάμεθ. Η δε Σαανά, η πρωτεύουσα της χώρας, σε ύψος 2.000 μέτρων, θεωρείται σαν μια από τις πρώτες πόλεις που χτίστηκαν στον κόσμο. Την εποχή που γυρίζεται αυτή η ταινία δεν υπήρχε εκεί ούτε κινηματογράφος, ούτε ραδιόφωνο, ούτε τηλεόραση, ούτε αλκοόλ. Η εξουσία του Ιμάμη μόλις είχε καταργηθεί και το ένα πραξικόπημα ακολουθούσε το άλλο από νεαρούς αξιωματικούς εκπαιδευμένους στο Ιράκ και στη Συρία. Την Γερουσία αποτελούν οι Σεϊχηδες που εκπροσωπούν τις διάφορες –και πάνοπλες- φυλές της χώρας.

“ΜΙΑ ΧΩΡΑ, ΜΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ:

IV. ΟΥΓΓΑΡΙΑ, ΕΚΛΗΣΗ ΣΤΙΣ ΠΗΓΕΣ” (1974)

Για τη Γαλλική Τηλεόραση ORTF, 3ο Κανάλι

Οι πηγές είναι τα 120.000 παραδοσιακά τραγούδια που συνέλεξαν κάποτε ο Μπαρτόκ και ο Κοντάι, του οποίου η μέθοδος για την εκμἀθηση της μουσικής αρχίζει από τον νηπιαγωγείο και τελειώνει στο Πανεπιστήμιο. Η ουγγρική λαϊκή μουσική θα κληθεί να γίνει ο εθνικός ιστός που θα συμφιλιώσει τους Ούγγρους στα χρόνια που ακολούθησαν την ταραγμένη εποχή της εξέγερσης του 1956.

“ΜΙΑ ΧΩΡΑ, ΜΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ :

VI.COUNTRY-MUSIC, Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡ-ΟΥΕΣΤ” (1974)

Για τη Γαλλική Τηλεόραση ORTF, 3ο Κανάλι

Από τα αυθεντικά ορεινά χωριά του Αρκάνσας στο Νάσβιλ, την Music-City των εκατομμυριούχων της δισκογραφίας, μιας μουσικής πού ακούει το 70 % των Αμερικανών –η ¨Σιωπηλή Πλειοψηφία¨.

Γράφει ο Alain Remond στο :TELERAMA :

¨Η λαϊκή μουσική δεν είναι ποτέ αποσπασμένη από τον κοινωνικό και πολιτικό περίγυρο. Αυτή είναι και η φιλοσοφία αυτής της εξαίρετης και παραδειγματικής σειράς που δημιούργησε σχολή και που πολλοί σκηνοθέτες θα έκαναν καλά να διδαχτούν απ΄αυτήν¨.

Γράφει η Claude Sarraute στη MONDE :

’’Συμβαίνει καμιά φορά, βλέποντας ένα ενδιαφέρον ντοκουμέντο –σαν την «Country Music» που είδαμε την Κυριακή το βράδυ- να σε προσκαλεί να αναρωτιέσαι (πράγμα σπάνιο βέβαια) πάνω στον ίδιο σου τον εαυτό. Να δεις, μέσα από την προσκόλλησή σου στα έπιπλα και στις αστικές σου συνήθειες, τα κρυφά ελατήρια της πολιτικής σου διαδρομής. Μέχρι ποιο σημείο είμαστε συντηρητικοί. Αυτό μεν η ταινία δεν θα στο πει. Ούτε λέξη σχολίου, πολιτικό ΄[η άλλο. Εικόνες και ήχοι. Σε μας ανήκει να τις συγκεντρώσουμε και να τις βάλουμε σε τάξη. Μια εκπομπή do it yourself. Σπάνιο δείγμα εμπιστοσύνης ! Ευχαριστώ.’’

“ΜΙΑ ΧΩΡΑ, ΜΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ :

V. ΕΛΛΑΔΑ, Η ΚΡΑΥΓΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ” (1974)

Για τη Γαλλική Τηλεόραση ORTF, 3ο Κανάλι

Δικτατορία. Ο Μίκης εξόριστος στη Γαλλία περιοδεύει με την ορχήστρα του και μας στέλνει σε μια Ελλάδα που σωπαίνει να βρούμε τις ρίζες της μουσικής του, που βρίσκονται σ΄ ολόκληρη την ελληνική γη. Από την Ήπειρο μέχρι την Κρήτη και από τα σμυρναίικα μέχρι τον Τσιτσάνη, τον Γενίτσαρη και τη Σωτηρία Μπέλου.

Γράφει η Claude Sarraute στη εφημερίδα LE MONDE :

’’Όταν ο Θεοδωράκης τραγουδάει, κρατά σφιχτά το μικρόφωνο και το μικρόφωνο γίνεται τουφέκι, γίνεται σημαία, στο όνομα της πικρής πατρίδας. Θα τον ακούσετε σήμερα στο 3ο κανάλι, στην ταινία του Ροβήρου Μανθούλη. Η φωνή του γίνεται κραυγή στον ανοιχτό ουρανό. Γίνεται η ηχώ άλλων φωνών που ταξιδεύουν από πέτρα σε πέτρα, από την Καρκασόν στον Πειραιά και στην Ακρόπολη. Από τη Θεσσαλονίκη στην Καρκασόν. Κι από την Καρκασόν πάλι στην Ήπειρο και στην Κρήτη. Γιατί στην Καρακασόν ; Γιατί εκεί γίνεται η συναυλία του. Μνήμες, όνειρα, μοιρολόγια της εξορίας. Όλη η τέχνη της ταινίας είναι να ρίξει γέφυρες, να φέρει κοντά τον εξόριστο του εξωτερικού με τον εξόριστο του εσωτερικού… Η μητέρα Ελλάδα είναι και δική μας πατρίδα και μας αφορά. Όπως αυτή η ταινία που μας αφορά. Και μας συγκινεί. Βαθειά. Πράγμα σπάνιο’’.

“ΜΙΑ ΧΩΡΑ, ΜΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ :

VI. ΣΙΚΕΛΊΑ, Η ΓΗ ΠΟΥ ΑΙΜΟΡΡΑΓΕΙ” (1975)

Για τη Γαλλική Τηλεόραση ORTF – 3ο Κανάλι, σε συμπαραγωγή με την Ελβετική SSR.

Η Σικελία αιμορραγεί γιατί οι μισοί από τους Σικελούς έχουν ξενητευτεί. Σ΄αυτό το αρχαίο νησί, απ΄όπου έχουν περάσει πάνω από έξι κατακτητές, έχουν επιζήσει πολλές από τις παραδόσεις της ελληνικής της εποχής. Όπως, τα «σκόλια» (λιανοτράγουδα) που τραγουδάνε οι καροτσιέρηδες, τα κάρα τους τα ζωγραφισμένα κατά την αρχαία σικελική παράδοση και το έπος για τον Σαλβατόρε Τζουλιάνο, τον διάσημο ληστή, που τραγουδάνε στα σταυροδρόμια οι σύγχρονοι ραψωδοί, σαν τον Σαντάντζελο. Στον «Ορλάνδο Φουριόζο» μας οδηγοὐν οι «Πούπι» (οι τεράστιες μαριονέτες, που λέγεται πως πρωτοχρησιμοποίησε ο θίασος του Ευρίπίδη) και στους αγώνες της φτωχολογιάς κατά της Μαφίας μας οδηγεί η μεγάλη λαϊκή τραγουδίστρια Ρόζα Μπαλιστρέρι που επιστρέφει στη Σικελία για να μας ξεναγήσει.

Γράφει η ¨ΦΙΓΚΑΡΟ¨ :

«Ο Ροβήρος Μανθούλης και η ομάδα του δεν χάνουν τον καιρό τους σε πολυλογίες και επισημότητες με τις ταινίες τους. Τα βλέμματα και οι πέτρες απαντούν στις ερωτήσεις τους πριν ακόμα τις κάνουν. Για τα υπόλοιπα, αρκεί να ακούσετε καλά» (Jean Belot)

Γράφει η ¨OYMANITE¨:

«Το χρωστάμε στο Ροβήρο Μανθούλη, προσεχτικό παρατηρητή της πραγματικότητας, ότι είδαμε μια αυθεντική Σικελία, όπου ζουν, υποφέρουν και αγωνίζονται άνθρωποι» (F.M.)

¨ΛΟΥΙΖΙΑΝΑ: ΑΣΕ ΤΟΝ ΚΑΛΟ ΚΑΙΡΟ ΝΑ ΤΡΕΧΕΙ…¨, 1975

Για τη Γαλλική Τηλεόραση TF1

H Λουιζιάνα, που οφείλει τ΄όνομά της στον Λουδοβίκο τον 4ο, πουλήθηκε στις Ενωμένες Πολιτείες το 1803, έναντι 15 εκατομμυρίων δολαρίων, από τον Ναπολέοντα που είχε ανάγκη από λεφτά για να οργανώσει απόβαση στην…Αγγλία! Η Λουιζιάνα εκείνη δεν ήταν μόνο η σημερινή, αλλά άλλες 14 από τις σημερινές πολιτείες (Αρκάνσας, Μιζούρι, Αϊόβα, Οκλαχόμα, Κάνσας, Νεμπράσκα, Βόρεια και Νότια Ντακότα – και κατά μέγα μέρος- Μινεσότα, Τέξας, Νέο Μεξικό, Μοντάνα, Γουαϊόμιν, Κολοράντο). Ήταν σε έκταση όση και η τότε επικράτεια των Ενωμένων Πολιτειών της εποχής. Έφτανε από τον κόλπο του Μεξικού μέχρι τον Καναδά (την ’’Νέα Γαλλία’’’, όπως ονομάζονταν) όπου ζούσαν χιλιάδες Γάλλοι άποικοι (καθολικοί) μέχρις ότου κατέφυγαν και αυτοί στη Λουιζιάνα, στα μέσα του 18ου αιώνα, για να γλιτώσουν από τις θηριωδίες των Άγγλων (προτεστάντων). Ερχόμενοι από την Ακαδία (κατά την αρχαία μυθική Αρκαδία, όπως ονομάζονταν ο Νοτιο-Ανατολικός Καναδάς) πήραν το όνομα Κατζέν (Cajun). Περί τα 2.000.000 γαλλόφωνοι Κατζένς ζουν πάντα στη Νότια Λουιζιάνα, ανάμεσα στα «μπαγιού» (δάση κατακλυσμένα από τα νερά του Μισισιπή). Πριν από 60 χρόνια, ο πατριάρχης του ντοκιμαντέρ Ρόμπερτ Φλάχερτυ, με κάμεραμαν τον μέγα Ρίτσαρντ Λήκοκ, γύρισε μια ταινία ντοκι-φιξιόν στους ίδιους αυτούς χώρους, την «Λουιζιάνα Στόρυ». Σαν φόρο τιμής στον Φλάχερτυ και για να μην ξεχαστούν οι Κατζέν, που είναι ένας από τους γνησιότερους αμερικανικούς πληθυσμούς των αποίκων του 17ου αιώνα, γυρίστηκε η «Λουιζιάνα: Άσε τον καλό καιρό να τρέχει». Ο παλιός καλός καιρός που ακόμα τρέχει τόσο στο αίμα όσο και στην καθημερινή ζωή εδώ είναι αυτός του 19ου αιώνα, που η πώληση του Ναπολέοντα σε τίποτα δεν άλλαξε. Πιέσαμε τον τότε Κυβερνήτη (Έντουιν Έντουαρντς) να δεχτεί τη γαλλική γλώσσα στα δικαστήρια των Κατζέν και ίσως να έπαιιξε ρόλο στη επίσημη αναγνώριση των Κατζέν, 5 χρόνια αργότερα, σαν μια κοινότητα με δική της εθνική και πολιτιστική ταυτότητα.

Γράφει η Patricia Coste στο Quotidien de Paris :

’’Ο Ροβήρος Μανθούλης και οι συνεργάτες του ταξιδεύουν σε αναζήτηση των ήχων που είναι καθ’ οδόν προς την εξαφάνιση. Σε αναζήτηση επίσης της «ψυχής» των εθνικών μειονοτήτων. Έμπειροι ταξιδιώτες, γνωρίζουν το «δρόμο», γνωρίζουν πώς να κοιτάζουν, ξέρουν πώς ν’ αγαπούν. Και μας δίνουν κάθε φορά ταινίες παραδειγματικές με εικόνες παραδειγματικές, στο ρυθμό μουσικών παλμών συγκρατημένων. Πρέπει να ταξιδέψετε μια φορά, τουλάχιστο, μαζί τους για να μάθετε τι σημαίνει «ταξίδι». Στην Λουιζιάνα μας δίνουν ίσως το καλύτερό τους φιλμ. Μια χρυσή εποχή αρχαίων χρόνων, εν μέσω 20ού αιώνα και πετρελαιοπηγών. Μια μικρο-κοινωνία με το ραδιόφωνό της, τα διασκεδαστικά της δικαστήρια, την αστυνομία της που σε ειδοποιεί ότι θα έρθει να σε βρει, τα γιγαντιαία ποτάμια της με αφάνταστα λουλούδια, με τους Μαύρους της και τους Λευκούς της και κυρίως τη μουσική τους που κάνει να χορεύουν τέσσερις ηλικίες με ακορντεόν πιο λυπητερά κι από τα μπλουζ’’.

¨ΧΙΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ : Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΚΑΛΕΝΔΩΝ¨, 1976

Συμπαραγωγή ΕΡΤ και Γαλλικής Τηλεόρασης (TF1)

31 Δεκεμβρίου 976, Κωνσταντινούπολη: Παραμονή πρωτοχρονιάς, στο Βυζάντιο γιορτάζεται η Εορτή των Καλένδων (εξού και ο όρος κάλαντα) με τραγούδια, χορούς, διαγωνισμούς ψεμάτων και θεατρικές παραστάσεις. Η αναβίωση της γιορτής είναι το θέμα της ταινίας, που αποτελεί το πρώτο (και το τελευταίο δυστυχώς) μιούζικαλ που γυρίστηκε από την Ελληνική Τηλεόραση, σε συμπαραγωγή με τη Γαλλική. Και που παίχτηκε την ημέρα της Πρωτοχρονιάς (1977) ταυτόχρονα στην Αθήνα και στο Παρίσι.

Την κινηματογραφική σκηνοθεσία επέβλεψε ο Ροβήρος Μανθούλης (Γενικός Διευθυντής Προγράμματος, τότε, της ΕΡΤ) την θεατρική και τους χορούς ο Γιώργος Μιχαηλίδης. Τα 1.000 τετραγωνικά μέτρα των σκηνικών και τα 250 κοστούμια της εποχής είναι έργο του Βασίλη Φωτόπουλου. Το σενάριο είναι του Ιάκωβου Καμπανέλη (βασισμένο σε μια ιδέα του Γιώργου Σταμπουλόπουλου) και η (πρωτότυπη) μουσική είναι του Στραύρου Ξαρχάκου, ειδικά γραμμένη για το μιούζικαλ αυτό (και για τους…Χασάπηδες της Πόλης που χορεύουν… χασάπικο). Παίζουν δεκάδες σταρ του θεάτρου και του κινηματογράφου (Δανδουλάκη, Τσιβιλίκας, Βέγγος, Δέσπω Διαμαντίδου, Βάσος Ανδρονίδης, μεταξύ άλλων) και πάνω από 200 κομπάρσοι.

Το μιούζικαλ μεταδόθηκε την Πρωτοχρονιά του 1977, ταυτόχρονα από την Γαλλική και την Ελληνική Τηλεόραση.

Γράφει η Christine de Montvalon στο TELERAMA :

’’Κατά τη διάρκεια μια μακράς και θεότρελης νύχτας, θα περάσουν από μπροστά μας, μ΄ένα ρυθμό διαβολικό, θεατρίνοι, τραγουδιστές, παλαιστές, χορευτές και μεγαλοφυείς ψεύτες που παίρνουν μέρος σ΄ένα πρωτότυπο τουρνουά που θα χαιρετίσει την άφιξη του νέου έτους. Αυτή η «Γιορτή των Καλένδων» μας μεταφέρει, πράγματι, σ΄ένα μακρυνό και παράξενο κόσμο. Αυτή η αναπαράσταση του παρελθόντος τα καταφέρνει μια χαρά. Είναι παράξενη ξένη, μπαρόκ, πολύχρωμη, ζωντανή. Αυτό το ξαναμμένο πλήθος που φτάνει κατάκοπο στην αυγή του έτους μας επιτρέπει να αντιληφθούμε τις ελπίδες και τις απελπισίες του, τις επιθυμίες του εκείνες που προδίνουν τα μάτια του’’.

Γράφει η Μ.-D. Lange στην AURORE :

’’Τι κρίμα που αργήσαμε τόσο (τ΄ακούτε Κύριε Μανθούλη;) να γνωρίσουμε αυτές τις γιορτές, την ευφράδεια και τη γοητεία της Δέσπως Διαμαντίδου, την ακτινοβολία της ομορφιάς της Κάτιας Δανδουλάκη, την απερίγραπτη κωμική αίσθηση του Θανάση Βέγγου… Για να συνοψίσω, σας συμβουλεύω να κοιτάξετε με όλα σας τα μάτια και να πάρετε μέρος με όλα σας τα αυτιά σ΄αυτή τη γιορτή των Καλένδων !’’.

¨ΕΛΛΑΔΑ, ΟΙ ΝΑΥΑΓΟΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ¨ , 1977

Για τη Γαλλική TF1 και την Ελβετική SSR

Μια αναζήτηση της ταυτότητας του Έλληνα, μετά από τα ναυάγια και τις συρρικνώσεις που υπέστη η Ελλάδα από την Μικρασιατική Καταστροφή και την εσωτερική μετανάστευση από φτωχές περιοχές (όπως η Μάνη, στην οποία γυρίστηκε το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας) προς τις παρυφές των μεγαλουπόλεων (όπως τα Μανιάτικα). Με μαρτυρίες από ποντιακά και τουρκομερίτικα τραγούδια, από μανιάτικα μοιρολόγια και από το στιχουργικό σχόλιο του Διονύση Σαββόπουλου που ο ίδιος είναι από προσφυγική μικρασιατική οικογένεια.

¨ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ, Η ΕΝΔΟΧΩΡΑ¨, 1978

Για τη Γαλλική TF1 και την Ελβετική SSR.

Το 90 % των Αυστραλών κατοικούν στο 10 % της Αυστραλίας, κατά μήκος των ακτών και το 10% στο 90 %, που είναι η Ενδοχώρα (the Out-back). Εδώ θα βρούμε τους κτηνοτρόφους και ράντς όσο η Ελβετία, θα βρούμε τους αυτόχθονες Αβορίγινους που διασχίζουν απέραντες εκτάσεις για να γιορτάσουν συλλογικά πατροπαράδοτες τελετές, θα βρούμε μια υπόγεια πόλη, το Κούμπερ Πίντυ (¨Λευκός σε τρύπα¨ στα αβορίγινα) όπου 1.000 Έλληνες, 1.000 Γιουγκοσλάβοι και 1.000 Ιταλοί (και κανένας Αυστραλός) κατεβαίνουν στις στοές που σκάβουν προσπαθώντας να ανακαλύψουν φλέβες οπαλίου. Λιγότεροι από το 1 % θα το επιτύχουν.

’Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΘΕΑΜΑ’’, 1979

Για τη Γαλλική Τηλεόραση FR3

Μια αναδρομή στην μυθική εποχή της Γαλλικής Τηλεόρασης (1956-1968) και μια διαδρομή στα χρόνια που οδήγησαν στον Μάη του 68. Μέσα από τα αρχεία της ίδιας της τηλεόρασης θα γνωρίσουμε ή θα αναγνωρίσουμε τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές τόσο της γαλλικής κοινωνίας και του γαλλικού πολιτικού παρασκήνιου όσο και τις τηλεοπτικές του συμπεριφορές. Ξεκινάμε με τη μικροσκοπική βιντεοκάμερα που κατεβάζει ο γιατρός «σήμερα» στο στομάχι του ασθενούς. Αλλά ο ασθενής υπήρξε και τηλεθεατής. Και θα δει στο στομάχι του όλες τις μεγάλες τηλεοπτικές στιγμές με τις οποίες ετράφη. Αρχίζοντας από το γάμο της Γκρέις Κέλυ με τον Πρίγκηπα Ρενιέ του Μονακό. Ενώ στο ίδιο διάστημα, ο Σαμουελ Μπέκετ με το «Περιμένοντας τον Γκοντό» προβλέπει την τηλεοπτική σιωπή και την επαναστατική λογοδιάρροια του Μάη του 68.

¨ΑΚΥΒΕΡΝΗΤΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ¨, 1983-1985

Τηλεοπτική διασκευή του μυθιστορήματος του Στρατή Τσίρκα

Πρώτο μέρος : ¨Η ΛΕΣΧΗ¨ -Σε 12 Κεφάλαια (ή επεισόδια)

Συμπαραγωγή ΕΡΤ- TF1 (1ο Κανάλι της Γαλλικής Τηλεόρασης)

Με τους Τζουλιάνα Σαμαρίν (Έμμη) Γιώργο Χωραφά (Μάνο) Ελεονόρ Χιρτ (Φράου Άννα) Μαρίνα Βλαντύ (Ραπέσκο) Χρήστο Τσάγκα (Ανθρωπάκι) και 40 ακόμα ηθοποιούς, Έλληνες, Αμερικανούς, Άγγλους, Ιταλούς, Σέρβους, Τσέχους, Ισραηλίτες κ.α.

δεδομένου ότι η υπόθεση του έργου αυτού εκτυλίσσεται στην Ιερουσαλήμ, κατά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, μέσα σε μια πανσπερμία στρατών.

Σκηνικά και Κοστούμια της Ντένης Βαχλιώτη

Διεύθυνση φωτογραφίας του Νίκου Σμαραγδή

Μουσική του Ζωρζ Μουστακί

(Παραγωγή, Σενάριο και Σκηνοθεσία του Ροβήρου Μανθούλη)

Αξίζει ν΄αναφερθούν όλοι οι συντελεστές γιατί είναι το σημαντικότερο σήριαλ που γυρίστηκε για την ελληνική τηλεόραση (κι’ αυτό που έκανε γνωστό το Γιώργο Χωραφά στο ευρύτερο κοινό). Στην Ελλάδα μεταδόθηκε δυο φορές και στη Γαλλία πενήντα (50 ! ). Οι κριτικές στη Γαλλία είναι αποθεωτικές.

Γράφει η Φρανσουάζ Σαγκάν στην εβδομαδιαία της στήλη στο EVENEMENT DU JEUDI : ¨Οι Ακυβέρνητες Πολιτείες είναι ό,τι καλύτερο έχω δει στην τηλεόραση τα τελευταία χρόνια¨.

«ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ», 1985

Για τη Γαλλική Τηλεόραση TF1, σε συμπαραγωγή με την Ελβετική SSR, την Βελγική RTBF και την ΕΡΤ.

Ο Γιάννης Ρίτσος διαβάζει στο Ροβήρο Μανθούλη στίχους του και του αφηγείται τη ζωή του. Όμως, η ζωή και η ποίηση του Ρίτσου είναι άρρητα δεμένη με τη ιστορία του τόπου του. Έτσι, κινηματογραφικά ντοκουμέντα από την πρόσφατη όσο και πολυτάραχη ιστορία της Ελλάδας φωτίζουν την αφήγηση του ποιητή, που ρίζωσε στη Μονεμβασιά και μεγάλωσε με το βλἐμμα καρφωμένο στο Αιγαίο.

¨ΟΙ ΤΣΙΓΓΑΝΟΙ¨, 1989 (2 ταινίες)

Για τη Γαλλική Τηλεόραση (LA SEPT-ARTE και FR3)

Θεούλη στείλε μας ανέμους

να στεγνώσουν οι στράτες !

Μ΄αυτό το τραγούδι-προσευχή αρχίζει η μακρά πορεία των (εκχριστιανισμένων) Τσιγγάνων, που διασχίζουν με τα κάρα τους τις πεδιάδες της Ευρώπης για να γλιτώσουν από τους Οθωμανούς κατακτητές, πριν βρουν καταφύγιο οι μεν στις στέπες του Βορρά οι δε κάτω από τον γαλανό ουρανό της Ανδαλουσίας.

Γράφει η Veronique Montaigne στην εφημερίδα LE MONDE :

¨Οι οδὐσσειες των τσιγγάνων είναι συχνά μακρινά ταξίδια που οδηγούν στην κόλαση. Από την Ισπανία της Ιεράς Εξέτασης ως την Ναζιστική Γερμανία, ο τσιγγάνικος λαός έσωσε την ψυχή του με το τραγούδι του. Ιδού μια σειρά ειλικρινής και θαρραλέα, χωρίς δημαγωγία, μια μουσική διαδρομή που ξεκινάει από την Ουγγαρία για να φτάσει στην Ισπανία.

Ι. Πρώτο μέρος : ΟΙ ΠΑΡΙΕΣ ΤΗΣ ΟΥΓΓΑΡΙΑΣ

Γράφει η Marie-Laure de Foulon στο TELERAMA :

¨Τα τραγούδια τους μοιάζουν με λυπητερές καμπάνες που έρχονται να σβύσουν με λυγμούς στην άκρη των ματιών μας. Τσιγγάνος είναι λέξη ελληνική (Αθίγγανος) που σημαίνει ανέγγιχτος. (Οι ίδιοι ονομάζονται Ρομ, που σημαίνει Άνθρωπος). Και είναι καταραμένοι αυτοί οι άνθρωποι της φωτιάς και του ανέμου να ζουν στο περιθώριο της κοινωνίας. .

ΙΙ. Δεύτερο μέρος : ΟΙ ΝΕΟΙ ΚΑΣΤΙΛΙΑΝΟΙ (ΑΝΔΑΛΟΥΣΙΑ)

(Κανάλια La Sept-Arte/FR3)

Γράφει η Marie-Laure de Foulon στο TELERAMA :

¨Η φωνή διαγράφει αραβουργήματα, στριφογυρίζοντας σαν γυναίκα σε έκσταση. Αυτή η φωνή είναι τσιγγάνικη και ονομάζεται φλαμένκο. Οι λαοί που τραγουδάνε περισσότερο –μας λέει- είναι οι λαοί που υποφέρουν περισσότερο. Αυτό το ντοκιμαντέρ χώνεται σαν τρυπάνι στην ψυχή του φλαμένκο και δείχνει πόσο ο τσιγγάνος είναι προσκολλημένος στο πολιτιστικό φορτίο του¨

¨ΟΙ ΣΑΧΡΑΟΥΟΙ ΕΝ ΑΝΑΜΟΝΗ¨, 1990

Ταινία-έρευνα στο κράτος-φάντασμα των κατοίκων της Δυτικής Σαχάρας που έχουν μεταφερθεί σ’αυτή τη γωνιά της Αλγερινής Σαχάρας ύστερα από τον αντάρτικο πόλεμο του ΠΟΛΙΣΑΡΙΟ κατά της Μαροκινής κατοχής. Το κράτος-φάντασμα, που δεν βρίσκεται σε κανένα χάρτη, διοικείται δημοκρατικά και άψογα από το Πολισάριο, με τη βοήθεια της διεθνούς συμπαράστασης. Ανάμεσα στους Σαχραουούς ζουν –ελεύθεροι- και μερικές δεκάδες αιχμάλωτοι του Μαροκινού στρατού, των οποίων ο βασιλιάς του Μαρόκου αρνήθηκε την επιστροφή επειδή…πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Η ταινία παρακολουθεί την έρευνα μιας Επιτροπής Νομικών της Διεθνούς Ομοσπονδίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (FIDH), για τις συνθήκες ζωής των προσφύγων της Δυτικής Σαχάρας και των Μαροκινών αιχμαλώτων που βρίσκονται εδώ πάνω από 10 χρόνια κι’έχουν γεράσει κάτω απ’τον ήλιο της ερήμου γιατί δεν τους δέχεται η πατρίδα τους. Οι Σαχραουοί περιμένουν από τον ΟΗΕ –εδώ και…είκοσι χρόνια- το Δημοψήφισμα που θα καθορίσει το καθεστώς της Δυτικής Σαχάρας, δηλαδή της πατρίδας τους, την οποία αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν για να σωθούν. Η ταινία –για λόγους ασφαλείας-γυρίστηκε με ερασιτεχνικά μέσα και είναι μια παραγωγή συμπαράστασης στην FIDH και το Ίδρυμα Ελευθερίες-

Ντανιέλ Μιτεράν.

«Η ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΤΩΝ ΜΠΟΜΠΙΡΩΝ» 1990

Για τη Γαλλική Τηλεόραση FR3

Μια σε βάθος ανάλυση της ¨τηλεφαγίας¨ των παιδιών (κινηματο-γραφήθηκαν αρχικά 700 παιδιά). Τα γιαπωνέζικα καρτούν σχολιάζει ο διάσημος ψυχίατρος Ρενέ Ντιαντκίν. Περιέργως, είναι η μόνη ταινία που έγινε -παγκοσμίως- για το θέμα. Η ταινία ἐγινε δεκτή με ὐμνους από τον Γαλλικό Τύπο (κι’ από τις δημοτιικές λέσχες της Ευρώπης) κι΄έγινε αφορμή να ενισχυθούν οι μορφωτικές εκπομπές

(και να ιδρυθεί από το Υπουργείο Πολιτισμού το ίδρυμα χρηματοδότησης JULES VERNE).

Γράφει η στο Anik Marti στο FIGARO :

’Ένα μάθημα από την Τηλεόραση. Μια λεπτότατη ανάλυση της συμπεριφοράς των παιδιών μπροστά στην «ηλεκτρονική νταντά».

Γράφει η Ariane Chemin στη MONDE :

’’Ο Ροβήρος Μανθούλης γύρισε ένα φιλμ νεανικό και ζωντανό για την τηλεόραση και τα παιδιά και το προσφέρει στην τηλεόραση και τους γονείς. «Η τηλεόραση των μπόμπιρων θα καταφέρει να βρει τη ταυτότητά της ; Θα είναι αγορά, άλλοθι ή επιτέλους ένας κήπος ψυχαγωγίας όπου θα καλλιεργούμε τις τέχνες για να διασκεδάζουμε το πνεύμα με την παρήγορη γοητεία τους :». Η ερώτηση του Μανθούλη είναι ανοιχτή. Για την Τηλεόραση και το Εθνικό Παιδαγωγικό Κέντρο που την συμπαρήγαγαν’’.

¨ΧΡΟΝΙΑ ΕΡΩΤΙΚΑ¨, 1995

Παραγγελία του Ελληνικού Υπουργείου Πολιτισμού

Η ταινία αυτή, που θα μπορούσε να ονομαστεί ¨Ελληνικά Σινερομάντζα¨, μετείχε στον εορτασμό των 100 χρόνων από την ανακάλυψη του κινηματογράφου. Θέμα της είναι η εξέλιξη των ερωτικών σχέσεων στην Ελλάδα όπως καθρεφτίζεται από τις ελληνικές ταινίες των τελευταίων 50 ετών. Με σύντομα σχὀλια σκηνοθετών και ηθοποιών και μια πλούσια συλλογή από αποσπάσματα των πιο χαρακτηριστικών ταινιών του ελληνιικού κινηματογράφου.

¨Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ¨, 1997

Για την Γαλλική Τηλεόραση ARTE, σε συμπαραγωγή με την ΕΡΤ

Βραβευμένη στο Διεθνές Φεστιβάλ του Μπιαρίτζ (FIPA)

Γράφει ο Παύλος Τσίμας στα ΝΕΑ :

¨Χρωστάμε ευγνωμοσύνη στο Ροβήρο Μανθούλη για τη σχολαστική έρευνα και τα σπάνια ντοκουμέντα. Για τη λιτή και απέριττη γραφή, για το μέτρο με το οποίο αφηγείται μια ιστορία τὀσο σπαρακτική, χωρίς να την εξευτελίζει με εύκολους συναισθηματισμούς¨ .

Γράφει η Πόπη Διαμαντάκου στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ :

«Φως σε μια πικρή σελίδα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, χωρίς αναζήτηση ενόχων και εύκολων ερμηνειών. Αντιπαραθέτοντας τις αφηγήσεις αξιωματικών του ΕΛΑΣ (του Χαρίλαου Φλωράκη, μεταξύ άλλων) και του Εθνικού Στρατού οι οποίοι βρέθηκαν αντιμέτωποι στις ώρες του αλληλοσπαραγμού, αφήνει την πίκρα να αναβλύσει αβίαστα, ακόμη και από τις πιο ψύχραιμες περιγραφές.

Γράφει η Agnès Bozon-Verduaz στοTELERAMA :

«Ο Μανθούλης περιγράφει με σχολαστικότητα και πάθος. Καταφέρνει με άκρα προσοχή να δώσει παλμό στη μνήμη των νικημένων. Αυτά τα τραγούδια, αυτές οι μαρτυρίες, αυτά τα μονοπάτια που ανεβοκατέίβαιναν άλλοτε οι πεινασμένοι και διψασμένοι πολεμιστές, αυτά τα καταπληκτικά αρχεία, μιλάνε μισον αιώνα αργότερα για τον πόνο, την πίκρα του να έχεις γίνει ένα πιόνι στη διεθνή σκακιέρα. Στο υψηλού επιπέδου Διεθνές Φεστιβάλ Τηλεοπτικών Προγραμμάτων του Μπιαρίτζ βραβεύονται οι ταινίες της ARTE. Η μεγαλειώδης τοιχογραφία του Ροβήρου Μανθούλη για τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο είναι η απόδειξη».

¨Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΩΝ¨, 1998

(Για τη Γαλλική ARTE & FR3 , σε συμπαραγωγή με την ΕΡΤ)

Γράφει η Μαρία Παπαδοπούλου στα ΝΕΑ :

¨Ο σκηνοθέτης δίνει στη αφήγηση των γεγονότων μια διάσταση συγκινητική η οποία, μαζί με την οξυδέρκεια, μιλάει κατευθείαν στην ψυχή. Το ντοκιμαντέρ του Ροβήρου Μανθούλη συμπλήρωσε τα όσα γνωρίζουμε με καινούρια στοιχεία, που προέρχονται από την Ουάσιγκτον (από αυτόν που έδωσε το πράσινο φως για το πραξικόπημα, για την ακρίβεια) για να μπορέσουμε να καταλάβουμε το βάθος τα υπόγεια της φρίκης που ζήσαμε. Και παίρνοντας τις διαστάσεις μιας ελεγείας, αυτό το μάθημα της ελληνικής ιστορίας με μια καινούρια κινηματογραφική γλώσσα και ξεχασμένες πληγές μοιάζει με εσωτερικό κλάμα χωρίς δάκρυα¨.

¨Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΓΙΑΦΑ¨, 1998

Ygrec Productions, Paris

1948 : πόλεμος, εθνοκάθαρση, ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Ο συνολικός σχεδόν πληθυσμός της Γίάφας –κτηματίες, έμποροι, διανοούμενοι, επιχειρηματίες- εξορίζεται στα πέρατα του κόσμου, μαζί με εκατοντάδες χιλιάδες Παλαιστίνιους. Τα σπίτια τους επιτάχτηκαν, οι επαὐλεις τους ακριβοπουλήθηκαν από το εβραϊκό κράτος σε ομόθρησκους της Αμερικής. Θέμα της ταινίας η Διασπορά των Παλαιστινίων μέσα από μια μεγαλοαστική οικογένεια της Γιάφας διασπαρμένη σήμερα στη Βηρυτό, στο Αμάν, στο Μόντε Κάρλο, στο Παρίσι και στο Λονδίνο. Στις πόλεις αυτἐς γυρίστηκε η ταινία, καθώς και στην ίδια τη Γιάφα όπου είναι ακόμα ζωντανά τα σημάδια που άφησαν πίσω τους οι οικογένειες που ξεριζώθηκαν πριν από 50 χρόνια.

Είναι η μόνη ταινία για τους Παλαιστίνιους που παίχτηκε τόσο από τα Παλαιστινιακά κανάλια της όσο και από την Ισραηλινή τηλεόραση (προς τιμήν της).

Β Ο Υ Λ Η – Τ Η Λ Ε Ο Ρ Α Σ Η

Α φ ι έ ρ ω μ α σ τ ο ν Ρ ο β ή ρ ο Μ α ν θ ο ύ λ η

¨ΤΟ ΤΑΓΚΟ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΑΥΓΗ ¨, 1976

Για τη Γαλλική Τηλεόραση TF1

Η ταινία επελέγη για να εκπροσωπήσει τη Γαλλία στο Prix Italia, την ετήσια διαγωνιστική διάσκεψη των Ευρωπαϊκών Τηλεοράσεων που συνήλθε στη Ρώμη – και μετείχε στις «3 καλύτερες ταινίες του έτους 1976». Θέμα της ταινίας είναι η παράλληλη ιστορία του Περονισμού και του Ταγκό στην Αργεντινή. Η ταινία γυρίστηκε στο Μπουένος Άϊρες κατά την περίοδο της Προεδρίας της Ιζαμπελίτας Περόν, ένα αστυνομικό καθεστώς που προετοίμασε την δικτατορία των Στρατηγών που ακολούθησε. Το ένα σκέλος της ταινίας είναι μια βουτιά στο κόσμο του αυθεντικού ταγκό που τραγουδιέται θρησκευτικά μέχρι τις πρωινές ώρες από τους σημαντικότερους «ταγκίστες» της Αργεντινής και το άλλο, μια διερεύνηση της ένοπλης πολιτικής σύγκρουσης ανάμεσα στις δυνάμεις του συντηρητικού Περονικού κράτους και στους «αντάρτες της πόλης» του αριστερού Περονισμού. Αντάρτες «της πόλης», γιατί στις πόλεις είναι συγκεντρωμένος ο μισός πληθυσμός.

Γράφει η HUMANITE DIMANCHE :

«Σε μια γωνιά τέσσερις σαραντάρηδες τραγουδάνε ένα παθητικό ταγκό και σε μια άλλη μια αστυνομική περίπολος σαρώνει μια λαϊκή συνοικία. Αυτή η ταινία είναι ένα εξαίσιο λουτρό-ελιξίριο νεότητας ! Ένιωσα ξαφνικά σαν να βρέθηκα δέκα χρόνια πριν, στη μεγάλη εποχή του γαλλικού ντοκιμαντέρ. Στη χρυσή εποχή του κινηματογράφου-αλήθεια που μας έκανε ν ΄ ανακαλύπτουμε τον κόσμο».

Ο Jacques Marquis γράφει στο TELERAMA :

«Εδώ και μερικά χρόνια, ο Ροβήρος Μανθούλης και οι συνεργάτες του πολλές φορές μας συνεπήραν με το ¨Μια Χώρα, Μια Μουσική¨. Αλλά η μουσική των λαών δεν είναι αθώα. Και θα ΄χουμε άλλη φορά τη ευκαιρία να το διαπιστώσουμε αυτήν την εβδομάδα με το ¨Το Τανγκό πεθαίνει την αυγή¨. Ωρισμένως, ο Μανθούλης είναι ο τελευταίος που ασκούν, με πλήρη επιτυχία πρέπει να πω, αυτό το ¨ανακάτεμα των ειδών¨ που τόσο απεχθάνεται η τηλεόραση. Με τον Μανθούλη και την ομάδα του, η τηλεόραση υπάρχει. Το διαπίστωσα. Και σας καλώ να κάνετε το ίδιο».

Γράφει η LIBERATION :

«Μονομαχίες των ακορντεόν. Δάχτυλα μουσκεμένα στο αγίασμα. Κινηματογραφικά αρχεία που μας δείχνουν το παραλήρημα του πλήθους. Βλέμμα χαμένο του συλληφθέντος αντιστασιακού πίσω από το τζάμι του αυτοκινήτου της Αστυνομίας. Βλέμμα εξαφανισμένο ενός κοριτσιού που κάθεται μονάχη της στην άκρη μιας πίστας χορού. Πλεγμένες εικόνες μιας περιπεπλεγμένης πραγματικότητας. Για όλ ΄αυτά, ταινία υποδειγματική».

Γράφει η Luce Dusso στην REPUBLIQUE DES PYRENEES :

«Σπανίζουν όλο και περισσότερο στην τηλεόραση αυτές οι εκπομπές που κερδίζουν μονομιάς ολόκληρο το κοινό και το αποκλειστικό ενδιαφέρον του. Γι΄αυτό και δέχεσαι ένα σοκ, ευχάριστο σοκ, όταν ξαφνικά εμφανίζεται μια τέτοια εκπομπή. Συνέβη χτες βράδυ στο Πρώτο Κανάλι με το ασυνήθιστο ντοκιμαντέρ του Ροβήρου Μανθούλη, το αφιερωμένο στην Αργεντινή βυθισμένη στο ταγκό. Αγκιστρωθήκαμε πάραυτα στο πλούτος και στο βάθος της μαρτυρίας. Το ταλέντο του σκηνοθέτη και μόνο μας έκανε ν ΄ανακαλύψουμε την Αργεντινή».

Γράφει η Anne-Marie Voisin στο PROGRES DE LYON :

«Από το έξοχο ντοκιμαντέρ του Ροβήρου Μανθούλη, στον οποίο χρωστάμε και τη σειρά ¨Μια Χώρα, Μια Μουσική¨, μάθαμε πολύ περισσότερα για την σημερινή Αργεντινή από ένα οποιοδήποτε ειδησεογραφικό ρεπορτάζ» .

«ΟΙ ΓΚΑΟΥΤΣΟΣ ΤΟΥ ΓΚΟΥΕΜΕΣ» 1976

Για τη Γαλλική Τηλεόραση TF1

Οι Γκάουτσος είναι οι καουμπόηδες της Νοτίου Αμερικής και μ΄αυτούς ο Στρατηγός Γκουέμες, ένας διάσημος καουντίλιο της Σάλτα πολέμησε για την ανεξαρτησία της Αργεντινής. Στη άλλη άκρη μόνο της αχανούς και ισόπεδης Αργεντινής, έχει βουνά. Και πάνω στο οροπέδιο που συνορεύει με τη Χιλή και τη Βολιβία, εκατοντάδες χιλιάδες χιλιόμετρα από το Μπουένος Άϊρες, βρίσκεται η Σάλτα. Η πατρίδα του Γκουέμες. Εκεί, στο Βορρά, τέσσερις χιλιάδες χιλιόμετρα απ΄ τον Νότο είναι μια άλλη Αργεντινή. Η οποία ζει δυο αιώνες πριν, στην εποχή του Γκουέμες, των Γκάουτσος και των Ισπανών γαιοκτημόνων αποίκων. Τα μόνα σημάδια της σύγχρονης εποχής είναι οι επαύλεις με το ιδιωτικό αεροδρόμιο για το ιδιόκτητο τζετ των Γερμανών γαιοκτημόνων σήμερα της πάμπας, που κατέφυγαν στην Αργεντινή λίγο πριν ή λίγο μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Ανάμεσά τους ένας κλάδος των Κρουπ.

Γράφει ο Jacques Marquis στο TELERAMA :

¨Ιδού ένα εκπληκτικό ντοκιμαντέρ το οποίο, χωρίς καν να σου δώσει την εντύπωση ότι το επιχειρεί, αποκαλύπτει μια κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική πραγματικότητα, που άλλοι σκηνοθέτες θα την είχαν πνίξει πολύ εύκολα, στο φολκλόρ. Η οξύτητα της ματιάς του Μανθούλη είναι παρούσα σ΄όλες τις εικόνες. Η μεγάλη του παρατηρητικότητα επίσης. Μην το χάσετε¨.

Γράφει ο Claude Jourdan, στο QUOTIDIEN DE PARIS :

¨Ο Ροβήρος Μανθούλης διείσδυσε, με σέβας, σ΄αυτόν τον κλειστό

κόσμο όπου ό,τι φυσικό βγαίνει νικητής απέναντι στην επιθετικότητα της προόδου. Κρατάει στην άκρη των δακτύλων την κάμερα, η οποία αρκείται στο να καταγράφει χωρίς επεμβάσεις, μάρτυς χωρίς να φλυαρεί. Ένα κομμάτι αλήθειας τόσο χειροπιαστό είναι από κάθε αμφισβήτηση. Αντίθετα, ο σκηνοθέτης δεν διστάζει να δείξει ότι αυτή η αγνότητα της καθημερινότητας κρύβει μια κοινωνική πραγματικότητα που την βαραίνουν γενιές ολόκληρες δεσποτικών εξαρτήσεων¨.

Ο Jean-Luke Wachthausen γράφει στο FIGARO :

O Mανθούλης προχωρεί μεθοδικά και γραμμικά, με λεπτές πινελιές, για να μας παραδώσει μια πρώτη εικόνα της κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας. Όλα λέγονται με λίγες εικόνες, με λίγες λέξεις. Με τόση πνευματική οξύτητα όση μοιρολατρία παρακολουθεί αυτούς τους ανθρώπους, πλούσιους ή φτωχούς, που ζουν ήσυχα μέρα με τη μέρα περιμένοντας το θάνατο¨.

Γράφει η Claude Sarraute στη MONDE :

¨Μετά από το Μπουένος Άϊρες, με τις αστυνομίες του και τα ταγκό του, μας άρπαξε ο τεράστιος ορίζοντας της Επαρχίας της Σάλτα, μας μετέφερε πάνω από τις Άνδεις και μας κατέβασε στις πολυθρόνες μας, μαγεμένους, 52 λεπτά αργότερα. Με ήχους, εικόνες και σιωπές γεμάτο το κεφάλι μας. Μας άφησε προνομιούχους, περήφανους για την ανακάλυψή μας. Παραλίγο θα νομίζαμε ότι περάσαμε κι εμείς ανάμεσα από τους γκάουτσος και ότι καθίσαμε στο τραπέζι του Σενιόρ Αρίας, του μεγαλογαιοκτήμονα, πρώην βουλευτή περονίστα, πατρίκιου ντυμένου στα άσπρα, τριγυρισμένου από το «σπιτικό» του, γυναίκα, υπηρέτες, παιδιά. Σκέτη μιζέρια, καλπάζουσα μοναξιά του ανθρώπου εγκαταλελειμμένου στο βασίλειό του…¨

«ΚΟΥΒΑ, ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΖΩΗ», 1979

Για τη Γαλλική Τηλεόραση TF1

Στην Κούβα πήγα ύστερα από συνεννόηση με τον Αλέχο Καρπαντιέ. τον διάσημο Κουβανό συγγραφέα, Σύμβουλο της Κουβανέζικης Πρεσβείας τότε για Θέματα Πολιτισμού και αφού ακολούθησα τις συμβουλές του. Η Μαύρη Μουσική της Αμερικανικής Ηπείρου έχει δύο πηγές. Η μία είναι το Δέλτα του Μισισιπή και η άλλη η Κούβα. Η μία έδωσε τα μπλούζ, την τζαζ και τα παράγωγά τους. Η άλλη το σύνολο της ¨λάτιν τζαζ¨ και της υπόλοιπης μουσικής της Λατινικής Αμερικής. Όπως τα μπλουζ έτσι και η σον καθώς και το σύνολο της μουσικής της Κούβας είναι τρόπος ζωής. Ο Κουβανέζος είναι γεννημένος μουσικός, γεννημένος χορευτής. Ίσως γιατί από την Κούβα περνούσαν πρώτα οι χιλιάδες Αφρικανοί σκλάβοι και από κει διανέμονταν σε Βορρά και Νότο.

«Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ», 1981

Για τη Γαλλική Τηλεόραση FR 3

Με αφορμή ένα φεστιβάλ για το Ντοκιμαντέρ στο Κέντρο Πομπιντού του Παρισιού, που θα συγκέντρωνε για πρώτη φορά όλους τους επιζώντες ¨πατέρες¨ του Κινηματογράφου-Αλήθεια, ο Μανθούλης σκέφτηκε να γυρίσει ένα φιλμ για τις καταβολές αυτής της τέχνης, με αποσπάσματα από τις ταινίες των πιονιέρων του ντοκιμαντέρ και συνομιλίες με τους ίδιους τους δημιουργούς, σ ΄ αυτό το αφιέρωμα που τους γίνεται στο Κέντρο Πομπιντού. Θα συναντήσουμε τον Γιόρις Ίβενς, τον Ανρί Στορκ, τον Ζαν Ρους, τον Εντγκάρ Μορέν, τον Ναγκίσα Οσίμα. Και μαζί με τις δικές τους ταινίες, θα ξαναδούμε τα ιδρυτικά φιλμ του είδους, τον ¨Νανούκ του Βορρά¨ του Ρόμπερτ Φλάερτυ, τον ¨΄Ανθρωπο με τη κάμερα¨ του Τζίγκα Βερτόφ, το ¨Νυχτερινό Ταχυδρομείο¨ του Μπέιζιλ Ράιτ.

Γράφει ο Louis Marcorelles στη MONDE :

¨’Ατυχο είδος στο βαρόπμετρο της εμπορικής δόξας, το ντοκιμαντέρ είναι το αντικείμενο ενός εκπληκτικού ντοκιμαντέρ, σκηνοθετημένο από τον Ροβήρο Μανθούλη, επ΄ευκαιρία του Festival du Réel στο Μπωμπούρ (Κέντρο Πομπιντού). Σε κάτι λιγότερο από 45 λεπτά, ο σκηνοθέτης κατορθώνει να περιγράψει με ακρίβεια ένα ιστορικό της εξέλιξης του είδους, από τον Φλάερτυ και τον Τζίγκα-Βερτόφ μέχρι τον Ζαν Ρους και τον Τζέημς Μπλου, περνώντας από τον Γιόρις Ίβενς, τον Ανρί Στορκ, την Αγγλική Σχολή, τον Ριτσαρντ Λήκοκ και τον Οσίμα. Ο Εντγκάρ Μορέν βγάζει τα συμπεράσματά του, σαν άλλος οραματιστής της μοντέρνας Επικοινωνίας. Μια ανάλυση που παρουσιάζεται σαν μια απλή εισαγωγή σ ΄ένα θέμα που θα άξιζε να γίνει μια σειρά από αυτόνομα φιλμ πάνω στις διάφορες περιόδους και προσωπικότητες¨.

¨Η ΜΕΛΙΝΑ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ¨, 1969

Για τη Γαλλική Τηλεόραση, Πρώτο Κανάλι (ORTF)

Όταν η Χούντα κάνει το πραξικόπημα στην Ελλάδα, η Μελίνα παίζει στο μιούζικαλ ¨΄Ιλια Ντάρλιν¨ στο Μπρόντγουέη. Ύστερα από ένα χρόνο, έρχεται κι΄εκείνη να εγκατασταθεί στο Παρίσι. Στο διαμέρισμα της του ξενοδοχείου, περικυκλωμένη από τους συνεργάτες του Μίκη, ετοιμάζεται να τραγουδήσει τα τραγούδια που στέλνει ο συνθέτης από το υπόγειο στο οποίο κρύβεται. Στο ξενοδοχείο γυρίζεται η ταινία που θα προβληθεί στο Πρώτο, το μεγάλο Κανάλι. Είναι η εποχή που η Γαλλία έχει μόνο δύο Κανάλια. Το Πρώτο, δε, είναι ακόμα ασπρόμαυρο. Τη βραδιά της προβολής, ο νέος έλληνας πρέσβης (της Χούντας) επέδιδε τα διαπιστευτήριά του στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Στρατηγό Ντε Γκωλ. Ο Ντε Γκωλ ζήτησε, στην αρχή, να αναβληθεί η προβολή. Αλλά είδε πρώτα την ταινία και άλλαξε γνώμη. Και μάλιστα επέπληξε τον πρέσβη για το Πραξικόπημα…

Γράφει ο Jacques Siclier στη Monde :

¨Ύστερα, ήρθε εκείνο το φιλμ εκπληκτικής αυθεντικότητας όπου η Μελίνα Μερκούρη αφηγείται τον εαυτό της, δείχνει τη γυναίκα που κρύβει κάτω από το ιερό και διάσημο τέρας και κλαίει με τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη που της μιλάνε για τη χαμένη πατρίδα¨.

Γράφει το TELEMAGAZINE :

¨Ένα φιλμ κυριάρχησε στην εκπομπή: Η καταπληκτική Μελίνα Μερκούρη, που ακτινοβολεί συγκίνηση και πάθος¨.

¨ΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΜΟΥΣΤΑΚΙ, ΕΙΜΑΣΤΕ ΔΥΟ¨, 1986

Για τη Γαλλική Τηλεόραση, ORTF-1 (1970) & TF1 (1986)

Ένα μεσημέρι φτάνει ξαφνικά στο αεροδρόμιο του Παρισιού, στο αεροπλάνο του Σερβάν Σρεμπέρ, ο Μίκης ενώ εμείς τον νομίζαμε ακόμα κρατούμενο στον Ωρωπό. Παίρνει το ίδιο βράδυ ο Μανθούλης το συνεργείο του και σπεύδει να τον συναντήσει στο διαμέρισμα του εκδότη του, όπου είχε καταλύσει. Και βλέπει τον Μίκη να ¨μεταφέρει¨ δυο του καινούρια τραγούδια, γραμμένα στο κρατητήρια της Ασφάλειας, στον Ζωρζ Μουστακί ! Η συνεργασία αυτή, που συνεχίστηκε στο σπίτι του Μουστακί, με τους μουσικούς του, είχε την τύχη να είναι ένα από τα σπανιότερα και τα συγκινητικότερα μουσικά ντοκουμέντα, όχι μόνο των δύο αυτών μουσικών αλλά της ιστορίας της μουσικής ολόκληρης – ¨Μπλούζ του 20ού αιώνα¨ κι΄αυτά. ¨Συνάντηση αξέχαστη¨, θα γράψει το TELERAMA. ¨Η συνάντηση του Θεοδωράκη με τον Ζωρζ Μουστακί θα μέινει μια στιγμή μυθική της τηλεόρασης. Μια στιγμή όπου γίνονται ένα, η φιλία και η αγάπη της μουσικής¨ θα πει η HUMANITE, ¨Πράγματι, ο Ροβήρος Μανθούλης ήξερε πώς να μας δείξει, με μεγάλη επιδεξιότητα, τον Θεοδωράκη να «βουτάει» στη μουσική, και ήταν σαν να διάβαζε τη σκέψη του. Αυτή η δημιουργική δουλειά ανάμεσα στους δυο μουσικούς μας αποκαλύφτηκε μ΄ένα τρόπο βαθειά ανθρώπινο. Μετά από ένα τέτοιο φιλμ, το επόμενο πρόγραμμα έπρεπε πολύ να κουραστεί για να μας ενδιαφέρει…¨ Jean Barenat.

¨ΤΑ ΛΕΥΚΑ ΜΠΛΟΥΖ¨ , 1986

Για τη Γαλλική Τηλεόραση TF1

¨Μπλούζ του 20ού Αιώνα»: Εκτός βέβαια από την Τζάνις Τζόπλιν, που ήταν μόνο τραγουδίστρια, τα ¨Λευκά μπλουζ¨ μόνο δύο Λευκοί συνθέτες-τραγουδιστές τα τραγούδησαν, τουλάχιστο στη συνείδηση των Μαύρων. Ο Άγγλος Τζον Μαγιάλ (ο «γκουρού» των Μπητλς και των Ρόλιν Στόουνς) και η Αμερικανίδα Κάρεν Ντάλτον. Τα μπλουζ τους δεν είναι βέβαια και τόσο ¨λευκά¨. Θα το δούμε σ΄αυτήν την ταινία. Όχι μόνο στις μελαγχολικές όσο και απροσδόκητες εικόνες του Άνω Τάμεση, που κανείς δεν είχε κινηματογραφήσει μέχρι τότε, αλλά κυρίως στο Μαρκίζ, το κλασικό κλαμπ της μουσικής ποπ του Λονδίνου , με τον Μαγιάλ, και στο Γκαζ-λάιτ, το κλασικό κλαμπ της μουσικής ποπ του Κάτω Μανχάταν, με την Ντάλτον. Ο Μαγιάλ, διέρχεται τις δεκαετίες με πλούσια μουσική ζωή, με τον Έρικ Κλάπτον συχνά στο πλευρό του, η Ντάλτον πέρασε σαν μετεωρίτης κάποια στιγμή από το Γκρήνουιτς Βίλατζ και χάθηκε. Δυο άνθρωποι την θυμούνται. Ο Μπομπ Ντίλαν, που την γνώρισε όταν κι ΄αυτός τραγουδούσε στο ίδιο κλαμπ, πριν γίνει διάσημος, και ο Ροβήρος Μανθούλης που έστησε ένα βράδυ την κάμερα στο Γκρήνουιτς Βίλατζ περιμένοντας τους καινούριους τραγουδιστές. Ήταν Τετάρτη και κάθε Τετάρτη μπορούσαν να κάνουν μια εμφάνιση τα καινούρια συγκροτήματα. Ανάμεσά τους και η Κάρεν, μόνη με την κιθάρα της. Ήταν η μόνη φορά που κινηματογραφήθηκε. Ραδιόφωνο, τηλεόραση, συναυλία, δισκογραφία, τίποτα. Ούτε ξαναφάνηκε ποτέ. Μαθεύτηκε αργότερα πως η Ντάλτον, η πιο γνήσια φωνή των μπλουζ καίτοι λευκή, ίδια Μπίλι Χόλινταιη, είχε βυθιστεί στις ουσίες ανεπανόρθωτα. Μόνο σ΄αυτήν την ταινία επέζησε. Σπάνιο ντοκουμέντο. Σπάνια φωνή. Αναντικατάστατη.

¨ΤΑ ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑΤΑ ΠΟΥ ΞΥΠΝΟΥΝ¨, 1986

Για τη Γαλλική Τηλεόραση TF1

¨Μπλουζ του 20ού αιώνα¨: Υπάρχουν γλυκές μελωδίες –όπως μερικά μπλουζ- που αναπαύουν το θυμικό και γλυκές μελωδίες –όπως μερικά μπλουζ- που ξυπνούν τις συνειδήσεις. Αυτή η ταινία διαλέγει την ατάραχη Τζόαν Μπαέζ της οποίας τα τραγούδια, με ποιητική επαναστατικότητα, συνοδεύουν τον άντρα της Ντέιβιντ στη φυλακή, καταδικασμένο γιατί αρνήθηκε να πολεμήσει στο Βιετνάμ. Διαλέγει τη ατίθαση Ρόζα Μπαλιστρέρι, την πασιονάρια της Σικελίας που δεν αφήνει όρθιο κανένα ταμπού πολιτικό του νησιού της. (Θα τη βρούμε και στο φιλμ της Σικελίας). Διαλέγει την μυστηριώδη Μάριον Ουίλιαμς, την νέγρικη βασιλική φωνή που ψάλλει spirituals. Προσευχές που, πριν ανέβουν στα ουράνια, διαπερνούν τείχη. Γκόσπελ που ξεσηκώνει, λίγο πριν γίνει μπλουζ αυτό το ίδιο. Η Μπαέζ και η Ουίλιαμς γυρίστηκαν το 1969 για το 1ο, το μαυρόασπρο, Κανάλι. Η πρώτη έξω από το Σαν Φρανσίσκο, η δεύτερη στη Νέα Υόρκη όχι μακριά από το Χάρλεμ.

Γράφει η REVOLUTION για τα «Μπλουζ του 2Οού Αιώνα¨ :

¨Σ΄αυτά τα δεκαπεντάλεπτα «μπλούζ του 2Οού αιώνα» που είχε γυρίσει ο Μανθούλης πριν από χρόνια για το πρόγραμμα «Στην Αφίσα του Κόσμου», δεν βλέπαμε μόνο άνδρες και γυναίκες να τραγουδούν μπροστά σε πλήθη αλλά, μέσα από μια μουσική πραγματικότητα, ανακαλύπταμε την πολιτιστική και πολιτική πραγματικότητα μιας εποχής. Τώρα, ξέρουμε ότι ο Μανθούλης σε μας μιλούσε και για μας τους ίδιους, γιατί στη συλλογική μας μνήμη απευθύνεται σήμερα, όταν ξαναβλέπουμε τον Ζακ Μπρελ, τον Τζόνυ Χαλιντέη και τον Μικ Τζάγκερ να μας μιλάει για τον Γκοντάρ. Όλ΄αυτά είναι ένα μέρος από την ιστορία μας¨.